Σε περίοδο ιδεολογικής, και όχι πια μόνον εμπορικής, κυριαρχίας της ελαφριάς λογοτεχνίας, ο Γιώργος Αριστηνός εξαίρει τις αλλαγές που έφερε η νεωτερική γραφή στο κοσμοείδωλό μας, αλλά και ψηλαφεί τα όριά της.


Συναγωγή επιφυλλίδων του στην «Ελευθεροτυπία», τα «Τοξικά απόβλητα» είναι το απόσταγμα των πολύχρονων προβληματισμών του Γιώργου Αριστηνού γύρω από τις δυνατότητες και τα όρια της λογοτεχνικής γλώσσας, στον αγώνα της να διαρρήξει εκ των ένδον τη σκληρή κρούστα των γλωσσικών έξεων και συμβάσεων για ν΄ αποδώσει μια πραγματικότητα που εκείνες συσκοτίζουν.

Ξενίζει αρκετά το ότι ο συγγραφέας επέλεξε να προσδιορίσει το περιεχόμενο του βιβλίου του αρνητικά, με αυτόν τον δυσοίωνο τίτλο. Γιατί, ενώ τον κυρίαρχο τόνο σ΄ αυτό τον δίνει ένας ενθουσιώδης απολογισμός των ανανεωτικών επιδράσεων του μοντερνιστικού ιδιώματος στον τρόπο που συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο, ο τίτλος «Τοξικά απόβλητα» παραπέμπει στη συμβατική λογοτεχνική γραφή, στα οξειδωμένα εργαλεία της σκέψης και της γλώσσας, που έπρεπε να εγκαταλειφθούν, γιατί παρήγαν μια ψεύτικη, παραπλανητική εικόνα των πραγμάτων.

Παράξενος τρόπος να πανηγυρίσεις το καινούργιο. Είναι σαν να μη μπορείς να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από το παλιό. Αν όμως ο Αριστηνός υπαινίσσεται, με την επιλογή του, ότι στην εποχή μας το απολίθωμα νεκραναστήθηκε και οργιάζει, με τη μορφή μιας ελαφριάς λογοτεχνίας που το κοινό της την παίρνει πια πολύ στα σοβαρά (βλέπε και το αποτέλεσμα της πρόσφατης έρευνας για τους συγγραφείς που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στους αναγνώστες), τότε όχι μόνον ο τίτλος αλλά και το πνεύμα του βιβλίου του προβάλλουν σε διαφορετικό φως: όχι επινίκια, όχι περήφανη επίδειξη τροπαίων, αλλά ανησυχία για κατακτήσεις που κινδυνεύουν να χαθούν και σκεπτικισμός για ενδεχόμενες αδυναμίες του μοντερνισμού να προχωρήσει πέρα από τις καταστατικές αρχές του, να μορφοποιήσει καινούργιες αγωνίες, που η επεξεργασία τους βρίσκεται ακόμη σ΄ εμβρυακό στάδιο.

Στο επίκεντρο της προβληματικής του Αριστηνού βρισκόταν και βρίσκεται πάντοτε ο μοντερνισμός. Δεν είναι όμως πια ο άκαμπτος, δογματικός και κάπως προγραμματικός μοντερνισμός παλιότερων φάσεων αυτού του συγγραφέα, του ιδιαίτερα επηρεασμένου από τη λογοτεχνική θεωρία. Ναι μεν ο Αριστηνός, με σωρεία παραδειγμάτων από τον παγκόσμιο (και, κατά δεύτερο λόγο, τον ελληνικό) λογοτεχνικό Κανόνα, με θεωρητική διεισδυτικότητα και ρητορικό οίστρο, που εκφράζεται με λεξιλογική πλησμονή κι εκρηκτικά μεταφορικά σχήματα, εξηγεί τη σημασία των καινοτομιών που έφερε η μοντερνιστική γραφή: την υπέρβαση μιας ψευδεπίγραφα αναπαραστατικής τεχνοτροπίας, τη διάνοιξη της λογοτεχνικής γλώσσας προς βαθύτερα στρώματα της συνείδησης και μια σύγχρονη αίσθηση του κόσμου, τη στροφή του βλέμματος προς το καθημερινό και τετριμμένο, που μπορεί ωστόσο να επιφυλάσσει βαρυσήμαντες ανακαλύψεις.

Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζει τη βασική αντίφαση ανάμεσα στη «λαϊκότητα» της θεματολογίας του μοντερνισμού (την επικέντρωση στον συνηθισμένο άνθρωπο και τη συνηθισμένη ζωή) και τη συνειδητή αριστοκρατικότητά του, τον μισάνθρωπο σκεπτικισμό του, την ερμητικότητα του λόγου του, που θέλει ν΄ αποφύγει τη «βεβήλωση» απ΄ όλα όσα κάνουν ένα λογοτεχνικό έργο προσφιλές στη χύδην μάζα (πλοκή, χαρακτήρες, εύληπτο ύφος κ.λπ.). Αυτή η τάση οδήγησε τελικά τον μοντερνισμό στην απομόνωση, στον αυτοεγκλεισμό μέσα στα ακαδημαϊκά τείχη, όπου προτυποποιείται, εξονυχίζεται, ανατέμνεται μ΄ ευλάβεια, ζήλο κι επαγγελματική ιδιοτέλεια από φιλολόγους και θεωρητικούς, για να μπορούν ν΄ ανακοινώνονται κάθε τόσο πορίσματα που δεν ενδιαφέρουν ούτε υπάρχει λόγος να ενδιαφέρουν κανέναν.

Ο Αριστηνός θεωρεί ότι ο μοντερνισμός, με τις διάφορες εκδοχές και παραφυάδες του (συνειδησιακή ροή, υπερρεαλισμός, θέατρο του παραλόγου κ.λπ.), ώθησε τη λογοτεχνική έκφραση ώς τα έσχατα όρια της γλώσσας, πέρα από τα οποία πλανιέται ένα μεγάλο υπόλοιπο ύπαρξης, που απελπίζει τον λογοτέχνη (αναφέρεται ενδεικτικά η περίπτωση του Νίκου Καρούζου), γιατί δεν χωράει στην τέχνη του. Αυτή η όχι αβάσιμη πεποίθηση κάνει τον συγγραφέα των «Τοξικών αποβλήτων» να προσφεύγει συχνά σε άλλες τέχνες, προπαντός τη ζωγραφική, αλλά επίσης τη μουσική και την αρχιτεκτονική, για να παραλληλίσει δικές τους συνθέσεις με λογοτεχνικά κείμενα που παλεύουν με το ανεκλάλητο.

Αλλού όμως ο Αριστηνός φαίνεται ν΄ αποδίδει την εξάντληση των ορίων του μοντερνισμού όχι τόσο σ΄ ένα εγγενές πρόβλημα της γλώσσας όσο σε πρόβλημα του πολιτισμού που τον γέννησε. Εδώ η προβληματική γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Πράγματι, ο μοντερνισμός αναδύεται ανάμεσα στα ερείπια που άφησε πίσω της η κατάρρευση του μεταφυσικού κέντρου από το οποίο αντλούσε κάποτε το νόημα και τη συνοχή του το κοσμοείδωλο του δυτικού ανθρώπου. Τρέφεται από το θραύσμα, αυτό που «λάμπει στην ορφάνια του και στη μοναχική αυτοεξορία του», το ψηλαφεί αποζητώντας το χαμένο όλο, με «πένθος για το συντετριμμένο και άγχος για την ανάστασή του». Το αποσπασματικό είναι ο κατ΄ εξοχήν τρόπος έκφρασης των μοντερνιστών, και η ιδιοφυέστερη λογοτεχνική μορφή του είναι ίσως η πεζογραφία του Μπόρχες, στην οποία ο Αριστηνός αφιερώνει μερικά από τα ωραιότερα δοκίμια του βιβλίου του.

Όση αισθητική εκλέπτυνση και αν έχει όμως μια λογοτεχνία των θραυσμάτων, όσο έντιμος και αν είναι ένας σκεπτικισμός χωρίς πίστη, δεν μπορούν τελικά να γεμίσουν την ψυχή. Ο Αριστηνός δεν το λέει αυτό ρητά, αλλά δείχνει να το διαισθάνεται. Από αυτό το σημείο εκκινούν οι αναζητήσεις των επιγόνων ή διαδόχων του μοντερνισμού, αλλά και των διαδόχων της μεταμοντέρνας γραφής, που ηδονιζόταν με το να συνδυάζει ευφάνταστα όσο και αυθαίρετα τα συντρίμμια της πολιτισμικής κληρονομιάς της όπως ένα παιδί παίζει με τα λέγκο του.

Νομίζω πως δεν παραποιώ τη σκέψη του Αριστηνού αν πω, συνοψίζοντας, ότι η περιπέτειά της μέσα από τους δαιδάλους του μοντερνισμού, με όλα τα θαυμαστά και τα σκοτεινά που παραμόνευαν εκεί, την οδήγησε αν όχι στο συμπέρασμα, πάντως στην υποψία ότι σημασία, σε τελική ανάλυση, δεν έχει ο μοντερνισμός (ή οποιοσδήποτε-ισμός) αλλά η μοντέρνα σκέψη και η μοντέρνα γραφή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.