μπαρ Μπαρ: κωλάδικα, κωλόμπαρα/ ποτανάδικα/ πωσελενάδικα/ μπαρ με γυναίκες Κονσομασιόν: ερωτικοποιημένη εγχρήματη συναναστροφή στο μπαρ Εργαζόμενες: Μπαρόβια/ κονσοματρίς/ εργαλείο/ κράχτης/ καψουρογκόμενα/ γυναίκα/ αρπαχτικό Πελάτης: τραχανάς/ μπαγλαμάς/ ταχωνίδης/ αιμοδότης/ καψούρης/ Χρήμα: φράγκα/ (μ)πακέτο Γυναικείο ποτό: το ποτό που κερνούν οι πελάτες τις εργαζόμενες. Συνήθως δεν περιέχει αλκοόλ. Κοστίζει ακριβότερα από τα υπόλοιπα ποτά που σερβίρει το Καυλάντα: η ερωτικοποιημένη διασκέδαση Καψούρα: ερωτικό συναίσθημα που απευθύνεται σε συγκεκριμένη γυναίκα Σπίτωμα: άτυπη συμβίωση, όπου συνήθως ο πελάτης αναλαμβάνει τα έξοδα του σπιτιού της εργαζόμενης Βίζιτα: η εγχρήματη σεξουαλική συνεύρεση Σινάφι: ο κόσμος της κονσομασιόν (εργαζόμενες, αφεντικά, ατζέντηδες κ.λπ.) Λαμόγια: περιθωριακοί άνδρες, συνήθως, χωρίς χρήματα Καβάντζα: ό,τι κρύβεται, αποταμιεύεται
Ελάχιστο γλωσσάρι του μπαρ κονσομασιόν
Τελευταία Νέα
Σχόλια


