«Όνειρα για το θέατρο δεν κάνω. Θα ‘θελα μόνο να αμείβομαι καλύτερα. Τα

εισοδήματα του ηθοποιού, που δεν είναι φίρμα, ίσα – ίσα φθάνουν για τα βασικά

κι έτσι αναγκάζεται να κάνει ένα σωρό άλλα. Ζω από το σπικάζ, τον χορό και τη

μουσική που παίζω περιφερειακά», λέει ο Λαέρτης Μαλκότσης

Πλήρης ηθοποιός – μουσικός και χορευτής – με την ένταση που παίζει, δίνει επί

σκηνής το τεκμήριο του αυθεντικού. Περήφανος κι αιρετικός κατάφερε να μην

τσουβαλιαστεί στα αναλώσιμα. Δέκα χρόνων μπήκε στα πλατό, σε μια σειρά του

Δαλιανίδη, αλλά δεν συνέχισε ως «παιδί-θαύμα».

«Μεγάλωσα μέσα στο θέατρο (είναι γιος της χορεύτριας – χορογράφου Νικόλ

Κοκκίνου και του ηθοποιού Κώστα Μαλκότση). Παρ’ όλο που ήξερα τα προβλήματα,

τις ίντριγκες, τις ρουφιανιές, την ανεργία του επαγγέλματος, μπήκα στον χώρο

και δούλεψα πολύ καλά. Με προστάτεψε η μάνα μου, γιατί ήξερε, ότι πρέπει να

μεγαλώσω φυσιολογικά. Και της το χρωστάω, ανάμεσα σε άλλα πολλά κι αυτό. Θα

ήταν πολύ διαφορετικά αν “καιγόμουν”. Αντίθετα, μύρισα το χώμα της αλάνας,

έπαιξα λάστιχο με τα κορίτσια».

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και του Ωδείου Αθηνών,

δουλεύει αδιάλειπτα, χωρίς ανυπομονησία καταξίωσης, πάνω από δέκα χρόνια.

«Έτρεξα πάρα πολύ. Αμέτρητα κάστινγκ για διαφημίσεις, αμέτρητες

οντισιόν, μάταιες και στημένες οι περισσότερες. Όμως χάρις στο τρέξιμο είχα

συνέχεια δουλειά. Μικρά πράγματα. Οι μικροί ρόλοι, μη σας πω και οι βουβοί,

είναι σαν αίσθηση, το μάθημα το τέλειο. Ήμουν τυχερός που με θυμήθηκαν η Ξένια

Καλογεροπούλου και η Μελίτα Κούρκουλου, μετά το στρατιωτικό και με πήραν στην

«Ελίζα», σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, που του χρωστάω, όπως χρωστάω στον

Θεοδωρόπουλο, τον Τσιάνο, τον Κώστα Κινή, την Λίλα Μπάο, τον Γιώργο

Μιχαλακόπουλο. Υποκλίνομαι στο ταλέντο του ως ηθοποιού, όπως και στου Ηλία

Λογοθέτη, του Μυλωνά, του Κέντρου και άλλων πολλών».

Εργατικός, με επαγγελματική συνείδηση και φοβερή ενέργεια, έχει εμπιστοσύνη

στον εαυτό του.

«Τα δύσκολα χρόνια με θωράκισαν. Αν ήθελα να γίνω φίρμα θα είχα γίνει, με

θεμιτά και με αθέμιτα μέσα. Αυτό ισχύει παντού. Σε κάποιους τους τη “σπάω”

κιόλας. Δεν δίστασα να πω τη γνώμη μου, ωμά και να φύγω. Ό,τι κέρδισα,

κέρδισα, ό,τι έχασα, έχασα. Όμως με πολύ θράσος λέω, ότι δεν έχασα τίποτα

ουσιαστικό. Δεν είμαι της θεωρητικής δουλειάς στο θέατρο. Τα πολλά λόγια τα

βαριέμαι. Θέλω να διευκολύνεται ο θεατής κι όχι να βγαίνει από μία παράσταση

και να νιώθει χαζός. Κι εγώ έχω αισθανθεί ανόητος, κάποτε που είχαμε φτιάξει

μιά ομάδα και παίζαμε για δύο θεατές – κάτι πολύ ταπεινωτικό για τον ηθοποιό.

Υπήρξαν και περιπτώσεις που αισθάνθηκα σε πρόβα, πιόνι. Όπως έχω νιώσει και

τον φασισμό του σκηνοθέτη. Ο Βαγγέλης (Θεοδωρόπουλος) δεν είναι σίγουρα απ’

αυτούς. Στο θέατρό του κάθομαι και μετά την παράσταση, ενώ συνήθως φεύγω σαν

σίφουνας. Δεν αντέχω τους “μπουφέδες” – έτσι λέω τις πρεμιέρες – κι όλο αυτόν

τον κόσμο που δεν ξέρεις πότε λέει αλήθεια και πότε ψέματα»

Ρισκάρει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, δίνοντας την εντύπωση του

αιρετικού, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα μεγάλο παιδί.

«Τα περισσότερα τα αντιμετωπίζω με μια θύμηση παιδικής συγκίνησης. M’

αρέσει να γελοιοποιώ αυτό που κάνω. Όπως, όταν παιδάκια, παίζαμε έναν ιππότη

που ξαφνικά τρομάζει από το ποντικάκι, ή ένα βασιλιά που πάει να κάτσει στον

θρόνο και στραβοπατάει και πέφτει. Κάτι τέτοια φαντάζομαι».

Αναζητάει την αρμονία; «Πού να τη βρεις όμως; Άντε να πας σε κάνα χωριό. Εκεί,

ναι την νιώθεις. Εκεί αναθεωρείς. Λες, δεν υπάρχει αυτό, κάποιος μας κάνει

φάρσα».

Θέλει να είναι προσγειωμένος; «Ο καθένας είναι προσγειωμένος στη δική του

πίστα. Στο δικό του ελικοδρόμιο».

Ποια είναι η δική του πίστα; «Εκτονώνομαι σ’ αυτό το άγιο πράγμα που λέγεται

πιάνο. Αυτό το ασπρόμαυρο ξύλινο τρενάκι που μας πάει εκδρομές. Αυτό που λένε

οι κουλτουριάρηδες “λύτρωση”. Με τη μουσική η σχέση μου είναι πολύ προσωπική.

Κάνω τις στιγμές μου μουσική, σαν να κρατώ ημερολόγιο… Από δέκα χρόνων

έγραφα κομμάτια στο αρμόνιο και στο συνθεσάιζερ. Τελευταία, είμαι πολύ

ευτυχισμένος, γιατί ένας καλός φίλος με μύησε στη τζαζ, που επειδή είναι

διαφωνία, με κάνω σαν να θέλω να σπάσω το καλούπι. Έπαιζα σε διάφορα σχήματα.

Τώρα είμαι στους “Κόμικς” και παίζουμε μουσική με γλυπτά όργανα που έχουν

φυσικό ήχο».

Οργή και τηλεοπτική αφασία

«Δεν είμαι οξύθυμος, αλλά έχω βαθιά οργή… Για τον Μπους, για τον Μπλερ, για

όλα αυτά τα “καλά παιδιά” της Βουλής, που δεν μας δίνουν σημασία και κρατάνε

τη χώρα πίσω, για την αγένεια, το τουπέ στις δημόσιες υπηρεσίες, τους

ταξιτζήδες, τους Ζητάδες. Έχω φωνάξει, έχω διαδηλώσει, αλλά δεν έχω ποτέ

βρίσει και δεν έχω ασκήσει κανενός είδους βία. Αυτοπροστατεύομαι. Δεν έχω

τηλεόραση στο σπίτι. Δεν αντέχω τον βομβαρδισμό της. Ξεκοκαλίζω τις

εφημερίδες. Πάω σινεμά. Ακούω ραδιόφωνο. Με την τηλεόραση είμαι απόλυτος. Για

το θέατρο δεν ξέρω».

INFO

Στο «Θέατρο Νέου Κόσμου» (Αντισθένους 7, τηλ 210 9212.700) έως 16 Απριλίου.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.