|
|
|
|
Όποιος θέλει να διαμορφώσει μια εικόνα της «κοσμογονικής» αλλαγής που έχει
επέλθει στην Ελλάδα με την παρουσία των μεταναστών δεν έχει παρά να κάνει μια
βόλτα στα δημόσια σχολεία. Σήμερα, ένας στους δέκα μαθητές προέρχεται από
«αλλού», είναι μετανάστης. Πράγματι, δεν είναι καθόλου εύκολο για ένα δημόσιο
σχολείο που είχε «μάθει» ότι η ομοιογένεια αποτελεί την ύψιστη αρετή να βρεθεί
μέσα σε 12 χρόνια με καμιά τριανταριά – τουλάχιστον – καινούργιες εθνότητες ως
«ενεργά» του μέλη.
Οι λέξεις «διαπολιτισμική εκπαίδευση» και «πολυπολιτισμική συνύπαρξη»
ακούγονται όλο και πιο συχνά. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότεροι
εκπαιδευτικοί βρίσκονται αβοήθητοι μπροστά στην νέα κατάσταση. Συχνά
αναγκάζονται να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και να αυτοσχεδιάσουν – με ό,τι
συνεπάγεται αυτό -, γιατί ούτε κατάρτιση κατάλληλη έχουν ούτε τα κατάλληλα
μέσα. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι παιδιά μεταναστών αναδεικνύονται
αριστούχοι σημαίνει ότι – παρ’ όλες τις ελλείψεις τoυ – το ελληνικό σχολείο
λειτουργεί δημοκρατικά, ήτοι εξισωτικά. Δείχνει συνάμα ότι «οι άλλοι»
προβάλλουν μια αξιοπρόσεχτη διάθεση και ικανότητα για ένταξη. Το ερώτημα είναι
εάν στο μέλλον η διάθεση αυτή θα ενισχυθεί ή θα «ξεθωριάσει».
Είναι μια ερώτηση ισοδύναμη με άλλες ερωτήσεις: θα καταφέρει το ελληνικό
σχολείο να αποτρέψει τη δημιουργία σχολείων-γκέτο; Γι’ αυτό πρέπει πρώτον το
κάθε σχολείο να δέχεται τους μη-Έλληνες μαθητές και να μην τους κάνει πάσα στο
«επόμενο» σχολείο, όπως συμβαίνει ουκ ολίγες φορές. Δεύτερον – και κυρίως –
χρειάζεται να πεισθούν οι Έλληνες γονείς ότι η παρουσία των μη-Ελλήνων μαθητών
δεν θα είναι «θανατηφόρα» για τη σχολική και την πολιτισμική επίδοση των
παιδιών τους. Ένα άλλο ερώτημα είναι: θα καταφέρει το ελληνικό σχολείο να
αποφύγει την υπο-εκπαίδευση, ειδικά της δεύτερης γενιάς μεταναστών; Αν δει
κανείς τα στατιστικά στοιχεία θα διαπιστώσει με τι δραματικό τρόπο μειώνεται ο
αριθμός των μη-Ελλήνων μαθητών από το Δημοτικό στο Λύκειο. Γιατί δεν υπάρχουν
μόνο οι σημαιοφόροι μαθητές εξ αλλοδαπής. Υπάρχουν και εκείνοι που
εγκαταλείπουν το σχολείο πρόωρα. Και δεν είναι λίγοι.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσον αρμόζουν σήμερα στα
παιδιά των μεταναστών οι λέξεις «ξένος» και «αλλοδαπός». Πιστεύω ότι η γλώσσα
δεν είναι «αθώα»: οι λέξεις «ξένος» και «αλλοδαπός» καθηλώνουν τον Άλλον στην
«ξενικότητα» και προπαντός την αιώνια «προσωρινότητά» του. Εάν ρωτήσεις όμως
αυτά τα παιδιά από πού είναι, δεν θα σου απαντήσουν «από τα Τίρανα, τη Σόφια ή
τη Δαμασκό» αλλά «από τα Πατήσια, την Κυψέλη ή την Καλλιθέα». Εξ ου και ένα
άλλο ερώτημα: οι Έλληνες μαθητές θα «διδάσκονται» ότι κάθονται στα ίδια θρανία
με κάποιους περαστικούς; Κάποια παιδάκια που εμφανίστηκαν ξαφνικά στην Ελλάδα
και θα φύγουν πάλι από εκεί που ήρθαν; H ότι αυτά τα παιδιά σήμερα είναι
συμμαθητές τους, ουσιαστικά συντοπίτες τους και αύριο θα είναι συμπολίτες
τους;
Αλλά πώς μπορεί να γίνει αυτό όταν η Πολιτεία κρατά ερμητικά κλειστούς όλους
τους δρόμους προς την ιδιότητα του πολίτη; Και όταν οι περισσότεροι γονείς
αυτών των παιδιών δεν γνωρίζουν εάν αύριο θα τους ανανεώσουν ή όχι την Άδεια
Παραμονής τους…; Και εδώ που τα λέμε, αυτά αποτελούν βασικά προβλήματα, τα
οποία πρέπει να λύσουμε πριν συζητήσουμε σοβαρά τα όσα προαναφέραμε. Αλλιώς, η
συζήτησή μας θα είναι καταδικασμένη να καταλήγει πάντα σε φολκλόρ. Και το
φολκλόρ είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την αλήθεια και ο χειρότερος
για να προετοιμάσεις το μέλλον.
Ο Γκαζμέντ Καπλάνι είναι συγγραφέας









