Η Λυδία Κονιόρδου και ο Σοφοκλής Πέππας στην «Αντιγόνη» του Εθνικού Θεάτρου

Το ένιωσα. Επί ένα ολόκληρο δεκάλεπτο. Όσο κράτησε ο κομμός – «Ω τάφε,

ω κάμαρα… » – της Αντιγόνης. Η κατάμεστη Επίδαυρος να κρατάει την ανάσα της.

Φαίνεται πως η Λυδία Κονιόρδου κατάφερε, κάπου δεκαπέντε χρόνια μετά την

είσοδο της «Ηλέκτρας» της – και του Κώστα Τσιάνου – στην Επίδαυρο, να γεννήσει

και πάλι στο κοίλον της το τραγικόν ρίγος. Ένα εκ βαθέων ρίγος. Η κριτική,

βεβαίως, θα μιλήσει.

Ένα υγρό πλακόστρωτο. Ένα κεκλιμένο, παραλληλόγραμμο επίπεδο, στρωμένο

με πλάκες, κάλυπτε την ορχήστρα του θεάτρου. Ανάμεσα στις πλάκες μερικές

σχάρες υπονόμων. Το επίπεδο κατέληγε, στο βάθος, σε ένα μεγάλο Πι, φορτωμένο

με προβολείς. Κάθετα προς το Πι και προς το πλακόστρωτο υψωμένα έντεκα

ανομοιογενή «χωρίσματα».

Μια αίσθηση φθοράς, πρόσφατης καταστροφής, μια γεύση «επόμενης μέρας»

παντού. Φαγωμένα τα υψωμένα επίπεδα, τα τρία να γέρνουν επικίνδυνα, φαγωμένο

το πλακόστρωτο, ρωγμές στις πλάκες, τρεις τέσσερις να λείπουν και στη γούβα

μαζεμένα απόνερα… Και στο πλακόστρωτο, φύρδην – μίγδην, αναποδογυρισμένες

καρέκλες μοντέρνας γραμμής, κράνη σύγχρονα, θώρακες, αρβύλες, ασπίδες… Αυτή

ήταν η σκηνογραφική λύση που επέλεξαν η σκηνοθέτρια Νικαίτη Κοντούρη και ο

σκηνογράφος Γιώργος Πάτσας για το καινούργιο ανέβασμα της «Αντιγόνης» του

Σοφοκλή που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.

Ο εμφύλιος των Λαβδακιδών έχει λήξει αφήνοντας μια Θήβα ρημαγμένη και

καθημαγμένη. Και με νεκρούς τους δύο γιους τού Οιδίποδα. Τον Ετεοκλή, που

ετάφη με τιμές. Και τον Πολυνείκη, για τον οποίο, ο αδελφός της μάνας τους

Ιοκάστης, ο Κρέων, που έχει αναλάβει τα ηνία της εξουσίας, διέταξε το κουφάρι

του να παραμείνει άταφο.

Φόβος και τρόμος παντού. Που υπογράμμιζαν οι «σκοτεινοί» φωτισμοί του

Λευτέρη Παυλόπουλου και η υποβλητική, άγρια και τρομακτική μουσική του Τάκη

Φαραζή, με τα κρουστά να πρωταγωνιστούν, παιγμένη ζωντανά.

Η παράσταση άνοιξε με όλον το θίασο να σκορπίζεται στην ορχήστρα, μέσα

σε μια σκοτεινή ατμόσφαιρα τρόμου. Με «στοπ καρέ» – σαν όλοι ξαφνικά να

«πάγωναν». Στη συνέχεια, οι ηθοποιοί της διανομής κατευθύνθηκαν στα ορθωμένα

επίπεδα – πρόσοψη του παλατιού, που έπαιζαν και ρόλο κουίντας, όπου παρέμειναν

σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, διακριτικά ορατοί από το κοινό. Και τα μέλη

του Χορού στη σκηνή. Ανασήκωσαν τις αναποδογυρισμένες καρέκλες, που, αρκετές

φορές, θα τις χρησιμοποιούσαν, όπως και ο Κρέοντας – Σοφοκλής Πέππας, για να

κάθονται. Όλοι με παλτά, καμπαρτίνες, χλαίνες… Και όλα μακριά. Με το μαύρο

και το γκρίζο να κυριαρχούν, όπως και σε όλα τα κοστούμια, με την εξαίρεση των

νέων και «άφθαρτων» του έργου για τους οποίους επελέγη το λευκό.

Πρόλογος, και επί σκηνής η Αντιγόνη, αποφασισμένη να παραβεί τον

ανθρώπινο νόμο και να θάψει τον αδελφό της και η μετρημένη Ισμήνη που

προσπαθεί να την αναχαιτίσει. «Δεν ακούγεται», ακούστηκε η φωνή μιας κυρίας

από τα δεξιά της κάτω ζώνης, αλλά συνέχεια δεν δόθηκε…

Με τζόκεϊ ανάποδα βαλμένο, μπουφάν, σακίδιο με κρεμασμένο το παγούρι,

έντρομος θα φέρει ο Φύλακας – Κώστας Τριανταφυλλόπουλος στον Κρέοντα, που

γίνεται έξαλλος, το μαντάτο ότι κάποιος προσπάθησε να θάψει τον Πολυνείκη

ρίχνοντας «κατάξερη σκόνη» πάνω στο κουφάρι του.

Επεισόδιο δεύτερο και ο Φύλακας επιστρέφει με τον ένοχο. Είναι η

Αντιγόνη. Αμετανόητη, υψώνει το ανάστημά της στον Κρέοντα. Αμετάπειστος κι

εκείνος. Παρά τα παρακάλια της Ισμήνης, παρά τις υποδείξεις του Χορού,

χορογραφημένου σε μικρές, αργές κινήσεις και ακινησίες από την Βάσω Μπαρμπούση

και μουσικά διδαγμένου από την Ολυμπία Κυριακάκη, παρά την επέμβαση του γιου

του, του Αίμονα – Νίκου Αρβανίτη, που πρόκειται να γίνει ο σύζυγος της

Αντιγόνης, ο Κρέοντας θα την στείλει στο θάνατο.

Χέρια φτερούγες ανοιγμένες, που θα τα νίψει στο νεράκι της λακκούβας,

δονούμενη, μάτια υγρά, η Λυδία Κονιόρδου – Αντιγόνη θα αποχαιρετίσει, με τα

λόγια του Νίκου Παναγιωτόπουλου, μεταφραστή της τραγωδίας, τη ζωή και τον

ήλιο.

Ο Τειρεσίας – Κοσμάς Φοντούκης, που τον φέρνουν – ένα ασπρομάλλικο

κουβαράκι σκεπασμένο με μια στρατιωτική κουβέρτα – πάνω σε μια ψηλή αναπηρική

πολυθρόνα, είναι ο μόνος που θα πείσει τον Κρέοντα, με τα βαριά δεινά που του

προφητεύει, να αναιρέσει την απόφασή του. Ο Κρέοντας θα φύγει με την πρόθεση

να ελευθερώσει την Αντιγόνη. Δεν θα προλάβει.

Ο Άγγελος – Θεμιστοκλής Πάνου θα φέρει στη μαυροντυμένη Ευρυδίκη –

Μιράντα Ζαφειροπούλου, τη γυναίκα του Κρέοντα, τα φριχτά νέα: η Αντιγόνη

κρεμάστηκε στο μπουντρούμι της και ο Αίμονας, ο γιος της, έμπηξε το σπαθί στο

στήθος του και ξεψύχησε.

Για τον Κρέοντα, που φτάνει σέρνοντας το νεκρό κορμί του γιου του,

υπάρχει ακόμη ένα μαντάτο να ακούσει από τον Εξάγγελο – Θόδωρο Κατσαφάδο: και

η Ευρυδίκη αυτοκτόνησε. Η φρίκη ολοκληρώνεται. Ο Χορός θα τον αφήσει να

θρηνεί. Και όταν μείνει μόνος, θα συρθεί, βουβός, ρημαγμένος, στο πλακόστρωτο,

θα ξεριζώσει με τα νύχια του δυο πλάκες, θα γεμίσει τις χούφτες του με

«κατάξερη σκόνη», την ίδια σκόνη που αρνήθηκε στον Πολυνείκη, και θα την

σκορπίσει πάνω στο σώμα του παιδιού του.

Το χειροκρότημα ήταν θερμότατο για τους ηθοποιούς και τους συντελεστές

– δυνάμωσε για τον Κοσμά Φοντούκη και έγινε βουητό όταν βγήκαν μαζί η Λυδία

Κονιόρδου και ο Σοφοκλής Πέππας – αλλά περιέργως δεν κράτησε πολύ.

INFO

Η «Αντιγόνη» παίζεται αύριο στη Σπάρτη, το Σάββατο στα Μουδανιά, την επόμενη

Δευτέρα στην Καβάλα, ενώ θα ακολουθήσει μεγάλη περιοδεία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.