Και να θες ν’ αγιάσεις, δεν σ’ αφήνουν. Και να θες να μην παρακολουθήσεις όλα

αυτά τα interactive, τα αμφίδρομα, τα πήγαινε – έλα και τα πάρε – δώσε

παιχνίδια, τα δελτία ειδήσεων δεν στο κάνουν το χατίρι. Βράδυ μπαίνει, βράδυ

βγαίνει, τα κανάλια επίμονα σε τροφοδοτούν με πληροφορίες. Ποιος παραμένει,

ποιος αποχωρεί, ποιος την έπεσε σε ποιαν, ποιος πήγε πού, ποιος είπε τι.

Κυρίως, ποιος είπε τι. Άπαντες δηλώνουν άναυδοι πως οι παίκτες βωμολοχούν.

Βωμολοχούν οι παίκτες. Ειδικά. Η υπόλοιπη Ελλάδα ούτε που να τα βάλει στο

στόμα της τα μπιπ. Μ…! Γ…! Χ…! Οι συνήθεις ύποπτοι. Οι λέξεις που, μετά

το πρώτο γράμμα, νάτα τα αποσιωπητικά.

Ποσώς με απασχολούσε αυτό που κάνουν δεκάμισι εκατομμύρια Έλληνες και το

χρεώνουν σε είκοσι οκτώ άτομα. Άλλο με έκαιγε εμένα. Όχι τα μπιπ. Τα υπόλοιπα

πώς τα λένε; Τα ρέστα από ελληνική γλώσσα πώς τα χειρίζονται;

Αφετηρία, η φοβερή ατάκα του παίκτη. Του – υποτίθεται – διανοούμενου της

παρέας. Με γνώση λόγου και ένα βλέμμα στο βάθος κήπος, με κατακεραύνωσε

εκστομίζοντας με θλίψη:

– Κακά τα ψέματα. Ουδείς πιο αχάριστος του ευεργετηθή.

Και στα ‘λεγα. Είναι να μην πέσεις στα νύχια του ευεργετηθή. Είναι αχάριστος

αυτός τώρα. Ο ευεργετηθής. Του ευεργετηθή. Τον ευεργετηθή. Ω, ευεργετηθή!

Ο ίδιος παίκτης, ο λόγιος, ο Κακριδής, αρκετές μέρες αργότερα:

– Μια κουβέντα είπαμε! Μην προσβλήνεσαι!

Δεν προσβλήνεται εκείνος. Εγώ προσβλήνομαι. Εγώ προσβλήνομαι, αλλά πάρα πολύ

όμως. Κι επειδή προσβλήνομαι, αμόλησα τη νεύρωσή μου ελεύθερη, στα βουνά και

τα λαγκάδια, και μπήκα στο κανάλι της συνδρομητικής. Πήρα χαρτί και μολύβι κι

άρχισα να σημειώνω. Να σημειώνω τα ασημείωτα.

Στάθηκα πολύ τυχερή. Σχεδόν ευεργετηθή θα έλεγα, όταν κατάλαβα ότι έπεσα πάνω

σε ένα παιχνίδι λέξεων. Το γνωστό παιχνίδι. Λένε όλοι με τη σειρά τους λέξεις

που ξεκινούν από το ίδιο γράμμα κι όποιος «κολλήσει», του βάζουνε μια τιμωρία.

Τα παιδιά τούς βρήκανε από την αρχή τους κανόνες. Όλα μέσα. Όλα μετράνε. Κύρια

ονόματα, ξένες λέξεις, παράγωγα της ιδίας. Και βάλανε μπρος. Μπρος αυτοί, πίσω

εγώ με το χαρτί και το μολύβι.

Μπράβο, όμως, τα παιδιά. Χαλαροί. Ωραίοι. Και λάθος να κάνανε, καθόλου δεν

προσβλήνονταν οι ευεργετηθοί. Ακάθεκτοι!

Λέξεις από «ζήτα». Ζήλεια, ζάλη, ζύμη και πάει λέγοντας. Έως:

– Ζαρατούστρα!

– Ζαρατούστρα δεν πιάνεται!

– Γιατί;

– Γιατί αυτός είναι Κυπριακός Θεός!

Παρ’ όλο που ο Ζαρατούστρα – διατί να το κρύψωμεν άλλωστε; – είναι «κυπριακός

θεός», (ή και κυπριακό τυρί, χαλούμι ο Ζαρατούστρα) η ομάδα δεν κώλωσε:

– Ζήνωνος.

– Τι είναι το «ζήνωνος»;

– Το τραγούδι, ρε, που αρχίζει «ζήνωνος».

– Αυτό είναι από το «Ζήνων»;

– Μπα; Νόμιζα «ζήνωνος» σημαίνει «ζει ο νονός».

Ζει ο νονός. Ζει κι ο Μεγαλέξανδρος. Κι ο Λαμπράκης ζει, αλλά πού να τρέχεις

τώρα;

Δύσκολο γράμμα το «φι». Κι όμως. Η παρέα τα πήγε έκτακτα.

– Φλαούτο!

– Όχι, «φλαούτο», ρε μ…! Φλάουτο!

Τι φλαούτο, τι φλάουτο – εκεί θα κολλήσουμε; Προχωράμε. Πλούσια τα ελέη στο

«φι». Φελιζόλ. Φώσκολος. Φλας. Φραπές (ο καφές ο φραπές, παιδί μου).

Φασκόμουρο. (Το φασκόμουρο δεν ξέρεις; Δεν έχεις φαει ποτέ φασκόμουρο; Κι αν

πίνεται και δεν τρώγεται – έστω: Δεν έχεις πιει ποτέ φασκόμουρο; Χάνεις! Το

φασκόμουρο; Μπάλσαμο για το στομάχι.)

Άλλο παλούκι το «ήτα». Όμως, ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει. Μια δύσμοιρη είπε

και κάτι σωστό:

– Ήττα.

Της την πέσανε άπαντες:

– Το «ήτα» δεν πιάνεται, είναι γράμμα!

– Όχι το «ήτα». Η ήττα. Το αντίθετο της νίκης.

– Η «ήττα» γράφεται με γιώτα!

Αλλά και το γιώτα το γούστο του. Έπεσα από την καρέκλα όταν άκουσα και κάτι

της προκοπής:

– Ιάσιμος.

– Όχι «ιάσιμος», ρε, μ…. «Διάσημος»!

Το σωστό να λέγεται. Τι είναι ο ιάσιμος; Ένας διάσημος που ξέχασε το δέλτα.

Και στο «βήτα»:

– Βάτος.

Βάτος; Τι βάτος; Πού ξανακούστηκε; Κάποιος είχε μια φλασιά:

– Καιομένη;

– Όχι, ρε. Βάτος. Από τη βάτα. Τη βάτα που βάζουμε στα ρούχα μας.

Κάπου εκεί – ή το παιχνίδι τέλειωσε ή η υπομονή μου. Δεν θυμάμαι ποιο από τα

δυο προηγήθηκε. Θυμάμαι όμως την επόμενη ημέρα. Που ερωτήθηκε παίκτης:

– Πώς αισθάνεσαι που είσαι προτεινόμενος;

Με περίσκεψιν, αλλά χωρίς αιδώ ο νέος απάντησε:

– Δεν ξέρω. Έχω αλληλοσυγκρούοντα συναισθήματα.

Κι εγώ, παλικάρι μου. Κι εγώ που σε βλέπω και σε καμαρώνω. Μην προσβλήνεσαι,

αλλά κι εγώ. Αλληλοσυγκρούοντα τα έχω.

Κάργα αλληλοσυγκρούοντα!

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.