Μια τυχαία συνάντηση, ένα απλό γεγονός, μια ζεστή πρωινή καλημέρα, η

«Βικτώρια» του Χάμσομ ­ το πρώτο δανεικό βιβλίο ­ κι ύστερα, απανωτές

ανατροπές και εκρήξεις, λες και όλα είχαν προσχεδιαστεί από τη ζωή, την τύχη,

τη μοίρα. Δεν πιστεύει στο πεπρωμένο η Μαρίνα Λαμπράκη ­ κι ας ήρθαν πρόσωπο

με πρόσωπο τη μέρα που πρωτοείδε τον Δημήτρη Πλάκα. Αφού εκείνη η συνάντηση

«έμελλε να αλλάξει τον ρου της προσωπικής μου ιστορίας».

ΗΤΑΝ η συνάντηση που πυροδότησε την ύπαρξή της «σ’ ένα προδιαγεγραμμένο

χρονικό ζωής». Ήταν η στιγμή που πέταξε μαζί με εκείνον, στο φτερό μιας

ανερμάτιστης πτήσης. Με αφετηρία και προορισμό το όνειρο, τη γνώση, την τέχνη,

την ανακάλυψη ­ και αποκάλυψη ­ του μέσα της και έξω κόσμου.

Δεκαπέντε χρόνων και κάτι εκείνη, ένα ολάνθιστο και ευωδιαστό κοριτσόπουλο,

πωλήτρια στο παντοπωλείο, στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης. Μοναχοκόρη ­ μια

και μονάκριβη. Της έκαναν τη χάρη οι γονείς της να πάει δύο τάξεις στο

Γυμνάσιο κι ύστερα το όνειρο ακυρώθηκε: «Ήταν επικίνδυνο να πηγαινοέρχομαι στο

Ηράκλειο, ήμουν πια και κορίτσι της… παντρειάς». Αυτός ήταν ο προορισμός

της, «να παντρευτώ κάποιον δάσκαλο, κάποιον έμπορο, κάποιον εργάτη γης», να

νοικοκυρευτεί και να συνδράμει το γένος με απογόνους…

Ένα από εκείνα τα Σάββατα που στο χωριό γινόταν εμποροπανήγυρις άνοιξε η πόρτα

του παντοπωλείου και ούριος άνεμος φύσηξε. Ήταν εκείνος! Βλέμμα συναρπαστικό,

στητή κι αγέρωχη παρουσία και ένα χαμόγελο από εκείνα που σκλαβώνουν…

Σκλαβώθηκε μεμιάς, μα ούτε που το φαντάστηκε ότι στη μετέπειτα ζωή της ο

26χρονος αδιόριστος καθηγητής που έπιασε προσωρινά δουλειά στο Γυμνάσιο της

Κοινότητας θα ήταν ο μέντορας της, ο έρωτας, η συντροφιά στο όνειρο, το ταξίδι

στα σύννεφα, το «παιδί» που ποτέ δεν γέννησε, η χαρά που της αναλογούσε.

Για εκείνη, την αταξίδευτη ακόμα μικρή, που πνιγόταν στην ασφυξία του χωριού

της, «το βιβλίο ήταν ένα όχημα φυγής, μια νοερή απόδραση και ο Δημήτρης Πλάκας

είχε 6.000 βιβλία»! Έτσι, μέσα από νυχτερινό διάβασμα και φιλολογικές

συζητήσεις και αναζητήσεις για Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, «Άννα Καρένινα» και

«Πόλεμο και Ειρήνη», άρχισε να πλέκεται ένα «οφθαλμικόν ειδύλλιον». Που

σύντομα… καταδόθηκε και οι γονείς της της θέτουν όρους: «Μαρίνα, ή

διακόπτεις εργασία και ειδύλλιο ή γίνεται επίσημο…».

Η ΖΩΗ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Όταν άκουσε το τελεσίγραφο εκείνος, έσκασε στα γέλια. Θυμήθηκε ­ και το

θυμόταν κάθε φορά που ήθελε να την πειράξει ­ εκείνη τη μέρα που η Μαρίνα του

εκμυστηρεύτηκε τον βαθύτερό της καημό: «Εγώ, κύριε Πλάκα, και αχθοφόρο θα

παντρευόμουν, φτάνει να με… σπούδαζε!». Και είπε να τη… σπουδάσει, αφού

πρώτα φορούσαν βέρες.

Τότε δεν το ήξερε η Μαρίνα Λαμπράκη πως η ζωή της είχε ξαφνικά αδιάβατους

ορίζοντες γνώσης και απερπάτητα μονοπάτια. Γίνεται μαθήτρια εκείνου. Και

εκείνος, που ήταν γεννημένος δάσκαλος, οπαδός του ανοιχτού διαβάσματος και της

απροσμέτρητης γνώσης, τη βοηθά να ανακαλύψει το βαθύτερο είναι της: «Από

μαθήτρια του 15 γίνομαι σούπερ μαθήτρια. Λες και κρατούσε ένα μαγικό ραβδάκι

στα χέρια του που μεταμόρφωνε τον κόσμο. Είναι εκατοντάδες, χιλιάδες τα παιδιά

που ευγνωμονούν σήμερα τον Δημήτρη Πλάκα. Έφερνε κοντά σου τη γνώση, αφού σε

μάθαινε να συνομιλείς πρώτα με τον εαυτό σου και τους άλλους, να αγαπάς τη

ζωή, να ανακαλύπτεις την ομορφιά στην τέχνη, τη μουσική, το βιβλίο, το θέατρο,

τον κινηματογράφο. Ήταν ο άνθρωπος που πίστευε ότι η παιδεία είναι τα εισόδια

για το “ευ ζην” και όχι επαγγελματική εξασφάλιση…».

Ζούσαν με τους γονείς της στο πατρικό της σπίτι, για να μην έχει εκείνη

έννοιες… νοικοκυριού. Της έβαζε πλάνα εργασίας και μελέτης και της έλεγε:

«Μαρίνα, όλη τη μέρα θα διαβάζεις ό,τι σου αρέσει και νωρίς το πρωί τα…

μαθήματά σου».

Έτσι και έκανε. Και θαυματουργούσε. Γιατί ήξερε εκείνος, όσα εκείνη ακόμα

αγνοούσε και της ενέπνευσε το σπουδαιότερο: «Εμπιστοσύνη στον εαυτό μου!

Διάβαζε τις εκθέσεις μου και με παρότρυνε: “Έχεις πολύ μεγαλύτερες ικανότητες

από μένα και πρέπει να πας πολύ μακρύτερα απ’ όσο εγώ πήγα…”. Εκείνος πήγε

τόσο μακριά όσο ήθελε ­ όχι όσο μπορούσε. Του ήταν υπεραρκετό να μπορεί να

“μπολιάζει” τα παιδιά με την απέραντη εγκυκλοπαιδική του περιέργεια, το

απέραντο διάβασμα και τις απέραντες γνώσεις του. Κι αυτά τα παιδιά είναι που

σήμερα κατέγραψαν τις εμπειρίες και τις μνήμες τους σ’ ένα βιβλίο που σύντομα

θα εκδοθεί για τον Δημήτρη Πλάκα».


Δημήτρης Πλάκας. Ένας άνθρωπος που ζούσε στη γη, αλλά ταξίδευε πάντα ψηλά…

ΟΛΑ της τα χάρισε, ακόμα και τα δάκρυα, τα λυτρωτικά, μετά το ύστερο δικό του

ταξίδι. Πέρασε μέσα στους δέκα πρώτους, σε πέντε σχολές εκείνη και εκείνος

έμεινε πίσω, στο Ηράκλειο, να μεταλαμπαδεύει γνώση σε άλλα παιδιά. Αιώνιοι

φοιτητές οι δυο τους, βρίσκονταν στις γιορτές. Σπούδασε Αρχαιολογία η Μαρίνα

Λαμπράκη, έκανε δύο χρόνια μετεκπαίδευση στην Αρχαιολογία και την Ιστορία της

Τέχνης και εκείνος να τη «συνδαυλίζει» για ακόμα περισσότερα, γιατί ήξερε ότι

η γνώση, όπως και η τέχνη, ποτέ δεν σταματά. Και πήρε μετάθεση για την Αθήνα,

όταν η Μαρίνα τελείωσε το πανεπιστήμιο. Το πρώτο τους σπιτικό το έστησαν 15

χρόνια μετά το… γάμο τους. Η φτώχεια, συστατικό της ζωής τους. Όλα γίνονταν

με υποτροφίες του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Τρία ολόκληρα χρόνια στο

Παρίσι, που σπούδαζαν οι δυο τους, και το μόνο που θυμάται ότι αγόρασε είναι

«μια δερμάτινη ζώνη! Τρώγαμε… ελάχιστα, αλλά δεν μας έλειψε βιβλίο ή

θεατρική παράσταση».

Είχε διάρκεια η πτήση στο όνειρο, έχει ακόμα και σήμερα ­ για την αρχόντισσα

της Εθνικής Πινακοθήκης, με το βαθύ ανθρώπινο βλέμμα ­ αυτό άλλωστε μαθήτευσε

περισσότερο απ’ όλα στη ζωή της. Φυλλομετρώντας κάποια από τα 14.000 βιβλία

που της άφησε ­ την πιο πολύτιμη κληρονομιά που μπορεί να αφήσει άνθρωπος σε

άνθρωπο ­ βρίσκει τα σημάδια της κοινής τους πορείας: «τα συμπερπατήσαμε μαζί

αυτά τα βιβλία, μαζί κλάψαμε, μαζί γελάσαμε…». Παιδί δεν «χώρεσε» στο

παραμύθι ζωής της Μαρίνας Λαμπράκη και του Δημήτρη Πλάκα: «εσύ είσαι το παιδί

μου και εγώ το δικό σου», έλεγε εκείνος. Ήρθαν όμως εκατοντάδες άλλα παιδιά

στη Σχολή Καλών Τεχνών και εκείνη, που πάντα κρύβει το δικό της αλλά και του

Πλάκα μέσα της, ξέρει την τέχνη της συμπόρευσης, της διδαχής και της

διδασκαλίας. Και εξακολουθεί να μην πιστεύει στο πεπρωμένο! Αν και θα ‘πρεπε

λέει, «μετά τη συνάντηση ζωής με τον Δημήτρη Πλάκα. Υπάρχουν τυχαίες

συναντήσεις ζωής που μας φέρνουν κοντύτερα στον μέσα μας άνθρωπο. Είναι

φαίνεται η μοίρα, η κατατεθειμένη στα χρωμοσώματά μας…».

Το ταξίδι της με τον Δημήτρη Πλάκα έληξε στον παρόντα κόσμο και χρόνο ­ στις 7

Ιουνίου του ’92. Τριάμισι χρόνια εκείνος, που δεν πήγε ποτέ να επιθεωρήσει (ως

σχολικός σύμβουλος) γυναίκα δίχως να κρατά ένα μπουκέτο λουλούδια,

αναμετρήθηκε με τον καρκίνο σε μια μάχη προδιαγεγραμμένη και αυτή να λήξει.

Ήξερε πάλι, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν μίλησε για θάνατο. Βίωσαν οι δυο τους

στιγμή τη στιγμή την αντίστροφη μέτρηση και ήταν σαν να είχε διασταλεί ο

χρόνος: «σε κάθε στιγμή πρωταγωνιστούσαν τα φώτα, οι ήχοι, τα πουλιά, η αφή, η

όραση. Κοίταζες τον άλλο στα μάτια και έλεγες να απομνημονεύσω αυτό το βλέμμα,

αυτό το χαμόγελο, αυτή τη στιγμή, αυτό το φως που πέφτει απ’ τη χαραματιά στον

τοίχο και το μοιράζομαι μαζί του. Χαίρομαι που έζησε τόσο πολύ άρρωστος,

παλέψαμε να μην υποφέρει, νικούσαμε για λίγο το κακό αλλά εμφανιζόταν κάπου

αλλού και εμείς, αμετάπειστοι, μεθυσμένοι από αδημονία να ζήσουμε μαζί ως και

την τελευταία σταγόνα ζωής, ταξιδεύαμε, διαβάζαμε, πηγαίναμε θέατρο…».

Όταν έπεσε σε κώμα, είχε ένα βιβλίο στο χέρι. Το τελευταίο βίωμα «ήταν η δική

του αγωνία να προφέρει το όνομά μου, που πια δεν θυμόταν. Και είχε συνείδηση

ότι δεν το θυμόταν».

Τάφηκε στον οικογενειακό τάφο της μητέρας του, στη Σύρο. Κάθε φορά που τον

«επισκέπτεται» βρίσκει λουλούδια, μικρά μηνύματα αγάπης και λόγια χαραγμένα σε

πετρούλες από παλιές μαθήτριές του: «ήταν βαθύτατα ερωτικός άνθρωπος, μια

παρουσία που συνήρπαζε και θεωρώ προσωπική ευλογία να βρίσκω σημάδια αγάπης

που πίσω του άφησε…».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.