Ώρες αγωνίας στη Λυκόβρυση. Ο Ρουμάνος κακοποιός κρατά όμηρο υπό την απειλή

χειροβομβίδας τον αστυφύλακα. Δεκάδες αστυνομικοί παρακολουθούν τις κινήσεις

του Ματέι, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν

Το νήμα της απίστευτης περιπέτειας που έζησε ο αστυνομικός Θανάσης

Κρυσταλλογιάννης άρχισε να ξετυλίγεται από τα ξημερώματα του περασμένου

Σαββάτου, στην Ερέτρια της Εύβοιας. Ένα αυτοκίνητο, με οδηγό τον 43χρονο

Παναγιώτη Χαλεπά, ιδιοκτήτη γυμναστηρίου από τη Χαλκίδα, στάθμευσε λίγο μετά

τις 2 το πρωί σε μικρή απόσταση από το σπίτι του Κώστα Βαλκάνου, ιδιοκτήτη

εστιατορίου στην περιοχή. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο επικίνδυνος

Ρουμάνος κακοποιός Σορίν Ματέι, 26 χρόνων.

Στόχος και των δύο ήταν να «βάλουν στο χέρι» το βαλιτσάκι με τις εισπράξεις

που κρατούσε ο 43χρονος επιχειρηματίας, ο οποίος και επέστρεφε στο σπίτι του,

αφού προηγουμένως είχε κλείσει το μαγαζί του. Ο Ρουμάνος κακοποιός, οπλισμένος

με ένα 45άρι και κρατώντας αναισθητικό σπρέι, τον πλησιάζει στις 2.15

φωνάζοντάς του να του παραδώσει τα χρήματα.

Ο Βαλκάνος δεν υπακούει και προσπαθεί να διαφύγει. Ο Ρουμάνος τού ρίχνει στο

πρόσωπο ποσότητα από το αναισθητικό σπρέι, αλλά ο επιχειρηματίας προλαβαίνει

και πετά την τσάντα μέσα από τα κάγκελα στην αυλή του σπιτιού του. Η κίνηση

αυτή δεν άρεσε στον αδίστακτο κακοποιό, που με τη σειρά του πυροβολεί τρεις

φορές στους μηρούς τον επιχειρηματία.

Άνδρες της Αστυνομίας φθάνουν στην περιοχή, ο Βαλκάνος μεταφέρεται ελαφρά

τραυματισμένος στο Νοσοκομείο της Χαλκίδας και οι μαρτυρίες που συλλέγονται

αποκαλύπτουν ότι ο Χαλεπάς εκινείτο στην περιοχή λίγο πριν από το συμβάν.

Μάλιστα, ο Βαλκάνος είχε πει στους αστυνομικούς ότι ο Χαλεπάς πήγε στο μαγαζί

του κατά τη 1.30 το πρωί και παρήγγειλε φαγητό. Ο σωματώδης Χαλκιδαίος

οδηγείται στο Αστυνομικό Τμήμα της πόλης, όπου παραδέχεται ότι βρισκόταν σε

αυτοκίνητο μαζί με τον Ρουμάνο κακοποιό κοντά στο σπίτι του επιχειρηματία.

Οι αρχές έχουν πλέον στα χέρια τους το όνομα του Ρουμάνου, γνωρίζουν ότι είναι

οπλισμένος και πολύ επικίνδυνος και πως έχει γυρίσει πίσω στην Αθήνα, στο

διαμέρισμα όπου διέμενε επί της οδού Αχαρνών. Είναι πρωί του Σαββάτου και από

την Ασφάλεια Χαλκίδας οργανώνεται σχέδιο σύλληψης του Ρουμάνου στην Αθήνα.

Αποφασίζεται ότι ένα κλιμάκιο με επτά έμπειρους αστυνομικούς, ανάμεσά τους και

ο Θανάσης Κρυσταλλογιάννης, θα μετέβαινε στην πρωτεύουσα και θα την «έστηνε»

κοντά στο σπίτι του Ρουμάνου.

Οι επτά αστυνομικοί πήραν μαζί τους και τον Χαλεπά, ο οποίος, σύμφωνα με

πληροφορίες, είχε προηγουμένως τηλεφωνήσει στο κινητό τηλέφωνο του Ματέι

λέγοντάς του να κατέβει στις τρεις το μεσημέρι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας

του για να του μιλήσει.

Ο Ματέι, όμως, είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι επτά αστυνομικοί,

αλλά και ο ίδιος ο Χαλεπάς, φαίνεται πως δεν γνώριζαν πού ακριβώς έμενε ο

Ρουμάνος. Ήξεραν πως ήταν στην Αχαρνών, κάπου κοντά στο αριθμό 200. Δεν είχαν

δει φωτογραφία του, αλλά γνώριζαν τα χαρακτηριστικά του. Γνώριζαν ότι ήταν

αδίστακτος και πως έκανε χρήση κοκαΐνης. Περίμεναν ότι θα είναι οπλισμένος με

το 45άρι, αλλά δεν είχαν ιδέα για τις τρεις χειροβομβίδες που είχε στο

τσαντάκι, στο δεξί μέρος της ζώνης του.

Και παραδέχονται πως αυτό ήταν που τους αιφνιδίασε. Γύρω στις τρεις το

μεσημέρι ο Ματέι εμφανίζεται στην εξώπορτα της πολυκατοικίας, κρατώντας στο

χέρι του τη μία από τις χειροβομβίδες. «Μην κουνηθεί κανένας. Θα πετάξω τη

χειροβομβίδα», είπε σε άπταιστα ελληνικά. Έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκε

στο πεζοδρόμιο. «Θα πάρω ομήρους, φύγετε όλοι αμέσως». Εκείνη τη στιγμή ο

Ρουμάνος σταματάει ένα διερχόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε μια γυναίκα και στο

οποίο επέβαιναν επίσης δύο παιδιά.

Τον προλαβαίνει όμως ο Θανάσης Κρυσταλλογιάννης. «Όπως είσαι σταμάτα», του

φωνάζει. «Έρχομαι εγώ μαζί σου, άφησε το αυτοκίνητο με τη γυναίκα να φύγει». Ο

Ρουμάνος συνέχισε να απειλεί ότι «θα πάρω όμηρο το παιδί». Ο Κρυσταλλογιάννης

του απάντησε, «μην πειράξεις κανέναν, δεν έχουμε τίποτα μαζί σου. Πάρε εμένα

για όμηρο, αφήνω το πιστόλι στους συνεδάλφους μου και σε ακολουθώ άοπλος».

Ο Κρυσταλογιάννης μπροστά στα μάτια του Ρουμάνου έβγαλε αργά το πιστόλι του

και το έδωσε σε έναν αστυνομικό. Στη συνέχεια ο κακοποιός τον αρπάζει και

αρχίζουν να βαδίζουν με κατεύθυνση την οδό Φυλής.

Οι έξι αστυνομικοί έχουν ειδοποιήσει τους συναδέλφους τους στην Αθήνα για τη

δραματική αυτή εξέλιξη της επιχείρησης και ήδη στην περιοχή έχουν φθάσει

περιπολικά της Αστυνομίας. Όλοι ακολουθούν τον κακοποιό που κρατά ως όμηρο τον

αστυνομικό. Του φωνάζουν να τον ελευθερώσει, «μην επιβαρύνεις έτσι τη θέση

σου, θα σε αφήσουμε να φύγεις». Ο κόσμος έχει βγει στα μπαλκόνια και κοιτά τις

σκηνές που εκτυλίσσονται. «Μπείτε μέσα», ξαναφωνάζουν οι αστυνομικοί.

Λίγο πριν από τις τέσσερις το μεσημέρι, ο Ρουμάνος βλέπει στην οδό Φυλής τον

ιδιοκτήτη ενός Ι.Χ., μάρκας Λάντσια, να έχει παρκάρει το αυτοκίνητό του και να

το κλειδώνει. Τον υποχρεώνει να το ανοίξει και βάζει στη θέση τού οδηγού τον

Κρυσταλλογιάννη, μια και ο ίδιος δεν γνωρίζει να οδηγεί. Υπό την απειλή του

πιστολιού και της χειροβομβίδας, ο Κρυσταλλογιάννης βάζει μπροστά και

κατευθύνεται στην Εθνική Οδό Αθηνών – Λαμίας…

ΕΝΝΕΑ ολόκληρες ώρες κρατούσε όμηρο τον αστυφύλακα ο Ρουμάνος κακοποιός. Το

χρονικό αυτό της πολύωρης αγωνίας αρχίζει από τη στιγμή που ο κακοποιός με τη

χειροβομβίδα στο χέρι (χωρίς περόνη) και με τον αστυφύλακα στη θέση του οδηγού

κατευθύνονται με το μικρό «Λάντσια» (ΥΑΡ 6048) προς την εθνική οδό Αθηνών –

Λαμίας, από την Αχαρνών, καταδιωκόμενοι από περιπολικά και άνδρες της ομάδας «Ζ».

Τελικά το «Λάντσια» θα εγκλωβιστεί με τον κακοποιό και τον όμηρό του στη

Λυκόβρυση, κοντά στο Κέντρο Βιολογικού Καθαρισμού Λυμάτων. Για αρκετή ώρα

συνεχίζουν να καταφθάνουν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και ο κλοιός γύρω από

τον κακοποιό και τον όμηρό του σφίγγει, με φανερή όμως την αδυναμία των

αστυνομικών να επέμβουν. Γνωρίζουν ότι είναι σκληρός και αδίστακτος κακοποιός,

που «τα παίζει όλα για όλα» και δεν θα διστάσει να πραγματοποιήσει την απειλή

του. Και τότε αρχίζει για έξι ολόκληρες ώρες το παιχνίδι «της γάτας με το

ποντίκι». Με την απειλή πάντα του πιστολιού και της απασφαλισμένης

χειροβομβίδας υποχρεώνει τον όμηρό του να μετακινεί μπρος-πίσω το αυτοκίνητο,

γνωρίζοντας ότι σκοπευτές της Αστυνομίας τον σημαδεύουν. Γνωρίζει όμως πως

δύσκολα θα πάρουν εντολή να τον πυροβολήσουν, αφού όλοι ξέρουν πως σ’ αυτή την

περίπτωση θα σκοτωθεί και ο αστυφύλακας από τη χειροβομβίδα. Δίνει στους

μεσολαβητές να το καταλάβουν, που πλησιάζουν και διαπραγματεύονται στο

αυτοκίνητο με τον κακοποιό: Με ένα καλώδιο έχει δέσει τη δική του ζώνη με τη

ζώνη του αστυφύλακα, ώστε να μην μπορεί ο όμηρός του να πεταχτεί έξω από το

αυτοκίνητο αν τον πυροβολήσουν. Ο κακοποιός παραμένει ακλόνητος στην αρχική

του θέση: «Αφήστε με να φύγω με τον αστυφύλακα και άμα αισθανθώ πως δεν με

έχετε από πίσω θα τον αφήσω ελεύθερο».

Ο ψυχίατρος και οι δύο ψυχολόγοι της Αστυνομίας που καταφθάνουν μαζί με τους

δύο εισαγγελείς και παίρνουν μέρος στις διαπραγματεύσεις ενημερώνουν τον

Αττικάρχη υποστράτηγο Παν. Γεωργακόπουλο, που έχει τον συντονισμό, και τον

διοικητή της Ασφάλειας ταξίαρχο Θεοδ. Παπαφίλη, που είναι απόλυτοι:

Πρόκειται για ψυχοπαθητική προσωπικότητα, αδίστακτο, επικίνδυνο και

αποφασισμένο να πραγματοποιήσει την απειλή του.

Όσο περνούν οι ώρες, ο Ρουμάνος δείχνει να εκνευρίζεται επικίνδυνα και έτσι

στις 8.45 και στις 8.55 μ.μ. πυροβολεί δύο φορές προς την κατεύθυνση των

αστυνομικών, που βρίσκονται σε απόσταση περίπου 20 μ. από το αυτοκίνητο.

Στις διαπραγματεύσεις παίρνει μέρος και ο ανθυπαστυνόμος από την Ασφάλεια

Χαλκίδας Κώστας Φαρμάκης, που γνωρίζει τον κακοποιό. Του επαναλαμβάνει τη θέση

του και την απειλή να σκοτώσει τον όμηρό του. Η νύχτα που πέφτει δυσκολεύει τη

θέση της Αστυνομίας, ενώ επιτόπου έχουν φθάσει και οι γονείς του αστυφύλακα

που παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις με κομμένη την ανάσα.

Ο Αττικάρχης ενημερώνει από το τηλέφωνο συνεχώς τον υπουργό Δημ. Τάξης που

βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, καθώς και τον αρχηγό. Τελικά στις 10 το βράδυ και

ύστερα από 6 ώρες διαπραγματεύσεων αποφασίζουν να κάνουν δεκτό αυτό που ο

Ρουμάνος τους είχε ζητήσει από την αρχή: Να τον αφήσουν να φύγει με τον όμηρό

του, χωρίς να τον παρακολουθήσουν.

Το «Λάντσια» εγκαταλείπει τη Λυκόβρυση και κατευθύνεται και πάλι στην εθνική

οδό με κατεύθυνση τον Πειραιά, ενώ από αρκετή απόσταση το ακολουθούν συμβατικά

αυτοκίνητα της Αστυνομίας. Στη Ν. Φιλαδέλφεια, αν και δεν οδηγεί ο ίδιος ο

Ρουμάνος, καταφέρνει να ξεφύγει. Στον δρόμο προς τον Πειραιά θα σταματήσει,

μάλιστα, σε κάποιο καρτοτηλέφωνο και θα επιτρέψει στον όμηρό του να

τηλεφωνήσει στη γυναίκα του στη Χαλκίδα που περνά ώρες αγωνίας με τα δύο της

παιδιά. Θα της μιλήσει μάλιστα και ο ίδιος ο κακοποιός και θα τη διαβεβαιώσει

πως θ’ αφήσει ελεύθερο τον άντρα της.

Λίγο μετά τις 12 τα μεσάνυχτα ο αστυφύλακας προσπάθησε να ξεγελάσει τον

Ρουμάνο και με το πρόσχημα ότι ήθελε να τηλεφωνήσει και πάλι στη γυναίκα του

κάλεσε την Άμεση Δράση για να δώσει το στίγμα του στον Πειραιά. Η τηλεφωνήτρια

του «100» δεν τον πίστεψε όταν της είπε «είμαι ο αστυνομικός – όμηρος» και ο

Κρυσταλλογιάννης τής έδωσε τον αριθμό μητρώου του. Όμως ο Ρουμάνος κακοποιός

που στεκόταν λίγα μέτρα πίσω, κάτι κατάλαβε για το τηλεφώνημα και με μια

γρήγορη κίνηση του έκλεισε το τηλέφωνο.

Στον Πειραιά, 45′ μετά τα μεσάνυχτα, στην οδό Ηρώων Πολυτεχνείου, ο Ρουμάνος

θα πει στον αστυφύλακα να σταματήσει και να μη σηκώσει το κεφάλι του από το

τιμόνι. Γρήγορα θα επιβιβασθεί σε ένα ταξί και θα χαθεί μέσα στη νύχτα…

«ΕΑΝ δεν είχαμε λάβει αυτή την απόφαση θα θρηνούσαμε έναν νεκρό αστυνομικό και

θα είχαμε και χήρα και δύο ορφανά παιδιά. Πιστεύω ότι η απόφαση αυτή ήταν η

μόνη σωστή δεδομένων των συνθηκών», δήλωσε από τη Θεσσαλονίκη ο υπουργός

Δημόσιας Τάξης Γιώργος Ρωμαίος, αναφερόμενος στην υπόθεση της ομηρείας του

αστυφύλακα Αθανάσιου Κρυσταλλογιάννη και τη διαφυγή του 27χρονου Ρουμάνου

κακοποιού Σορίν Ματέι.

Ο κ. Ρωμαίος υπογράμμισε το γεγονός της κατοχής αφοπλισμένης χειροβομβίδας από

τον Ρουμάνο κακοποιό, το οποίο και έκανε ιδιαίτερα δύσκολη την προσπάθεια

απελευθέρωσης του αστυνομικού ομήρου.

«Η χειροβομβίδα θα μπορούσε ασφαλώς να εξουδετερωθεί, αλλά τότε θα είχε

ανατιναχθεί το αυτοκίνητο και θα θρηνούσαμε θύματα», είπε ο κ. Ρωμαίος,

τονίζοντας ότι η απόφαση για τη διαφυγή του Ρουμάνου κακοποιού ελήφθη από

κοινού από την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και τους παριστάμενους στην περιοχή εισαγγελείς.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.