Tα παιδιά που φτάνουν στην Ελλάδα έρχονται αντιμέτωπα όχι μόνο με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν κατά το ταξίδι τους, αλλά και με ένα νέο νομικό πλαίσιο που ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμώσει τις εγγυήσεις προστασίας που έχουν περισσότερο ανάγκη. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η κοινή έκδοση του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) και της οργάνωσης Save the Children (SC) για την κατάσταση των δικαιωμάτων των παιδιών που μετακινούνται, για τον Απρίλιο – Ιούνιο 2026.
Μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2026 είχαν φτάσει στην Ελλάδα 14.340 άτομα, αριθμός που αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 15% σε σύγκριση με το 2025. Παρά τη μείωση αυτή όμως, όπως αναφέρεται από τις οργανώσεις, οι αφίξεις παραμένουν σταθερές και η Κρήτη εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο σημείο εισόδου το 2026, συγκεντρώνοντας περίπου το 70% των θαλάσσιων αφίξεων. Η εξέλιξη αυτή συνεχίζει να ασκεί πίεση στις δυνατότητες υποδοχής και καταγραφής, ιδίως δεδομένης της περιορισμένης υποδομής υποδοχής που διατίθεται στο νησί.
Μεταξύ των αφίξεων διά θαλάσσης μάλιστα, οι πολίτες από το Σουδάν και το Αφγανιστάν αντιπροσωπεύουν συνολικά σχεδόν το 39% των αφίξεων το 2026, με ποσοστά 20,3% και 18,3% αντίστοιχα. Στις πέντε κορυφαίες εθνικότητες, δε, περιλαμβάνεται επίσης το Μπανγκλαντές, το οποίο αποτελεί τη μεγαλύτερη μεμονωμένη ομάδα με ποσοστό 25%, ακολουθούμενο από την Αίγυπτο με 7,5% και την Υεμένη με 4,6%.
Το προφίλ αυτό, σύμφωνα με το ΕΣΠ, υποδηλώνει μεικτές μετακινήσεις που περιλαμβάνουν τόσο οικογένειες όσο και μόνους άνδρες, συμπεριλαμβανομένων των ασυνόδευτων παιδιών. Ετσι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τον Μάιο του 2026, 1.465 ασυνόδευτα παιδιά φιλοξενούνταν στην Ελλάδα, η πλειονότητα των οποίων είναι αγόρια άνω των 15 ετών, κυρίως από την Αίγυπτο, το Αφγανιστάν, το Σουδάν και τη Συρία.
Νέο πλαίσιο-αγκάθι
Για τα παιδιά και τις οικογένειες που αναζητούν προστασία, η κύρια ανησυχία είναι ότι το νέο πλαίσιο ενδέχεται να δυσχεράνει την πρόσβαση στα δικαιώματα. Τα σοβαρότερα ζητήματα παιδικής προστασίας ωστόσο, όπως αναφέρει η έκθεση, αφορούν τα ασυνόδευτα παιδιά.
«Από το 2020, η Ελλάδα είχε λάβει σημαντικά μέτρα για να απομακρυνθεί από τη χρήση της “προστατευτικής φύλαξης″ και να αναπτύξει ένα εξειδικευμένο σύστημα προστασίας για τα ασυνόδευτα παιδιά, βασισμένο στην παραπομπή σε χώρους διαμονής, κατάλληλους για την ηλικία τους, στην επιτροπεία και στη φροντίδα προσαρμοσμένη στις ανάγκες των παιδιών», αναφέρουν τα μέλη των οργανώσεων.
Η νέα νομοθεσία όμως, προσθέτουν, απειλεί να ανατρέψει τμήματα αυτής της προόδου, δημιουργώντας ένα σύστημα προστασίας των παιδιών «δύο ταχυτήτων», στο οποίο η πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα δεν εξαρτάται από τις ατομικές ανάγκες, αλλά από την ηλικία και την υπηκοότητα. Σύμφωνα λοιπόν με την έκδοση, ο νόμος επιτρέπει την τοποθέτηση ασυνόδευτων παιδιών ηλικίας 16 ετών και άνω σε κέντρα φιλοξενίας για ενηλίκους, όταν αυτό κρίνεται ότι εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους. «Ωστόσο, η τοποθέτηση παιδιών μαζί με άγνωστους ενηλίκους τα εκθέτει σε αυξημένους κινδύνους βίας, εκμετάλλευσης, κακοποίησης και παραμέλησης, ενώ υπονομεύει τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα του συστήματος προστασίας».
Διακρίσεις και διεθνή πρότυπα
Την ίδια στιγμή, ορισμένα ασυνόδευτα παιδιά – ηλικίας 16 ετών και άνω, καθώς και παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας, ανάλογα με την εθνικότητα ή τα ποσοστά αναγνώρισης – μένουν στις «ασφαλείς ζώνες» των δομών, τόσο της ηπειρωτικής χώρας όσο και των Κέντρων Κλειστής Ελεγχόμενης Πρόσβασης στα νησιά, ως μια πιο μόνιμη μορφή στέγασης. «Αυτό ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας διακρίσεων και υπονομεύει την αρχή ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα σε προστασία χωρίς διακρίσεις. Η κανονικοποίηση των “ασφαλών ζωνών” είναι επίσης προβληματική, καθώς όπως έχει επανειλημμένα τεκμηριωθεί οι χώροι αυτοί δεν είναι κατάλληλοι για την παρατεταμένη διαμονή παιδιών».
Άλλωστε, τα ελληνικά δικαστήρια, τονίζεται στην έκδοση, έχουν επανειλημμένα διαπιστώσει ότι τα παιδιά που φιλοξενούνται στις λεγόμενες «ασφαλείς ζώνες» ενδέχεται στην πράξη να υπόκεινται σε de facto κράτηση, καθώς δεν τους επιτρέπεται η έξοδος από την εγκατάσταση. Όπως επισημαίνουν οι δύο ανθρωπιστικές οργανώσεις, ακόμη και οι διαδικασίες εκτίμησης της ηλικίας – που εντάσσονται στην εθνική νομοθεσία και θα μπορούσε να είναι μια θετική εξέλιξη –, ενδέχεται να υπονομευθούν από τη δυνατότητα παραπομπής ενός ατόμου που δηλώνει ότι είναι ασυνόδευτο παιδί στα σύνορα, σε περίπτωση που η διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του ελέγχου διαλογής (screening).
«Αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σε ό,τι αφορά την παροχή προστασίας και, όπως υποστηρίζεται, αντιβαίνει στο δίκαιο της ΕΕ και στα διεθνή πρότυπα. Ενα παιδί του οποίου η ηλικία βρίσκεται ακόμη υπό εκτίμηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενήλικος, ούτε να κατευθύνεται σε διαδικασία που ενδέχεται να στερείται των απαιτούμενων εγγυήσεων για τα παιδιά. Εν αναμονή της εκτίμησης της ηλικίας, θα πρέπει να ισχύει το τεκμήριο της ανηλικότητας. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παιδί έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία», σημειώνουν οι συγγραφείς της έκδοσης.








