Είναι κι αυτό το «έμπα» του Ιουλίου που δεν σε αφήνει ν’ αγιάσεις. Είναι και τα σόσιαλ μίντια που ξεπετάνε μπροστά στα μάτια σου στιγμιότυπα από χρόνους, περασμένους, και ταράζεσαι. Βέβαια, κάποια πράγματα τα θυμάσαι χωρίς να χρειάζεται να σου τα θυμίσει κάποιος· είναι σαν κιβωτοί συλλογικών αναμνήσεων. Δεν πρόκειται για αυτό καθαυτό το γεγονός, αλλά για το αποτύπωμά του και τον τρόπο που μας συνδέει. Για παράδειγμα, τις δυο-τρεις τελευταίες μέρες, η ανάμνηση του δημοψηφίσματος του 2015 ήταν η αφορμή, ώστε να ξεκινήσουν κουβέντες – όχι βέβαια για να ειπωθούν αυτά που πλέον έχουν καταχωρηθεί στις σελίδες της Ιστορίας, αλλά για να εντοπίσουμε ξανά την προσωπική μας «κουκίδα» μέσα στα γεγονότα εκείνων των ημερών.
Δύο κόσμοι χωριστά σε μια χώρα που ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί. Δύο διαφορετικές ερμηνείες της έννοιας της αξιοπρέπειας. Για τη μία το «δανεικά κι αγύριστα» ήταν καθ’ όλα νόμιμη – μην πω ιερή – διεκδίκηση, για την άλλη κουτσαβακισμός. Ακόμη αναρωτιέμαι τι γιόρταζαν τα πλήθη που πανηγύριζαν ξέφρενα και χόρευαν καλαματιανά στο Σύνταγμα εκείνο το βράδυ της 5ης Ιουλίου μετά την ανακοίνωση της επικράτησης του «Οχι» με 62%. Τη στιγμή μάλλον γιόρταζαν. Μία νίκη του θυμικού χωρίς την παραμικρή σύνδεση με την πραγματικότητα· μια φιέστα στο όνομα της ουτοπίας.
Μάλλον ο Τσίπρας την έκανε ως τελευταίο δώρο στους οπαδούς του, διότι ήξερε πως, είτε την έκανε την κωλοτούμπα είτε σεβόταν το αποτέλεσμα, ο χρόνος για ουτοπίες και φιέστες είχε πλέον εξαντληθεί. Και νομίζω ότι, πλην ελάχιστων περιπτώσεων, αυτοί οι δύο κόσμοι δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Οι εντάσεις έπεσαν, το χάσμα καλύφθηκε, αλλά το υλικό της επικάλυψης έχω την εντύπωση ότι δεν είναι μεγάλης αντοχής. Ενα τσακ θέλει για να σπάσει και να ανοίξει πάλι το χάος από κάτω. Διότι στην ουσία πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας. Για το πώς μεταφράζει ο καθένας την έννοια της προσωπικής ευθύνης. Για το αν θεωρεί τον εαυτό του πολίτη ή λαό.
Κι ύστερα ήρθαν οι επόμενες μέρες – ένα θρίλερ πολιτικών εξελίξεων με μία δόση κωμικοτραγωδίας. Ο έρπητας του πρωθυπουργού, η εισαγωγή, στο όνομά του, του όρου «kolotoumba» στο διεθνές πολιτικό λεξικό, το ντου που, όπως μάθαμε, ετοιμαζόταν να κάνει ο Λαφαζάνης στο νομισματοκοπείο, η Κωνσταντοπούλου αλαλάζουσα, οι αποχωρήσεις της αριστεράς πλατφόρμας. Προσωπικά, δεν ξεχνάω το πώς βγήκε ο Βαρουφάκης, να ανακοινώσει την παραίτησή του. Με φιστικί τι-σερτ, τόσο τσίτα ώστε να διαγράφονται οι θηλές του. Και θυμάμαι τον Γιάννη Πρετεντέρη σε εκπομπή στο Mega να αναρωτιέται μήπως από κάτω φορούσε μαγιό – ο υπουργός που διαπραγματευόταν το μέλλον μίας χώρας. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει το «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» στην πολιτική. Κι από τότε, είναι κάμποσοι αυτοί που μου το θυμίζουν ξανά και ξανά.
Σήκωσέ το το τιμημένο
Εντεκα χρόνια πριν από εκείνο το δημοψήφισμα, δεν είχαμε σόσιαλ. Είχαμε όμως τεράστια αισιοδοξία· και τη βεβαιότητα ότι είμαστε «μεγάλη» χώρα – σχεδόν άτρωτη. Και πλούσια. Σαν οι θεοί και οι δαίμονες να είχαν συνωμοτήσει για να μας στρώσουν το χαλί. Αρχές Ιουλίου ήταν πάλι· σε έναν μήνα θα υποδεχόμασταν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ποιος μας έπιανε. Κι από το πουθενά, μας ήρθε ένας ακόμη θρίαμβος.
Το «πειρατικό» σάρωνε στα γήπεδα της Πορτογαλίας. Μια απρόσμενη πορεία προς την κορυφή της ποδοσφαιρικής Ευρώπης. Ξεπαστρεύαμε μία προς μία μεγάλες εθνικές ομάδες· την Τσεχία, τη Γαλλία. Στην Ελλάδα, γιγαντοοθόνες σε πλατείες και χωριά. Και, κάθε τόσο, ο κόσμος στους δρόμους να πανηγυρίζει. Τα «Καβουράκια» του Τσιτσάνη έγιναν ύμνος. Κι εκείνο το «σήκωσέ το το γαμ…, δεν μπορώ να περιμένω» που πίσω από τον ενθουσιασμό έκρυβε ένα παράπονο, μια απαντοχή που άργησε πολύ να καρποφορήσει.
«Αυτό είναι το καλοκαίρι της Ελλάδας» ακουγόταν στις 4 Ιουλίου από τα μεγάφωνα του Ντα Λουζ» (ναι, ήμουν εκεί στον τελικό). Αλλά μέχρι τώρα δεν έχω καταλάβει αν ζούσαμε το τέλος μιας αρχής που τελικά δεν φτούρησε ή την αρχή ενός τέλους.








