Υπολόγιζα ότι, όσο περνούν τα χρόνια, θα θυμόμαστε το περίφημο δημοψήφισμα του Αλέξη Τσίπρα κάθε στρογγυλή επέτειο. Στα δέκα, στα είκοσι, οι επίγονοί μας στα πενήντα χρόνια. Αλλά ο Τσίπρας, που ηττήθηκε εκλογικά κατ’ επανάληψη, είναι πάλι εδώ, ως η μόνη εναλλακτική λύση στον μισητό για πολλούς Κυριάκο Μητσοτάκη. Οπότε υποχρεωτικά η μνήμη των πεπραγμένων του επιστρέφει με επείγοντα τρόπο.

Το δημοψήφισμα είναι ακόμα και σήμερα μη λογική, ακατανόητη πράξη. Μπορεί να μην είχε κατανοήσει τις διαθέσεις των εταίρων; Κι αν δεν τον βοηθούσαν τα αγγλικά του να το καταλάβει, δεν το έβλεπε στα μούτρα τους; Πίστευε ότι θα συνέχιζαν να τον συναναστρέφονται και μετά τη ζημιά που θα είχε κάνει αν υλοποιούσε μια αυτοκτονική (για τη χώρα αλλά όχι πια για την Ευρώπη) απόφαση, ένα «Οχι» της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Και το χειρότερο: δεν είχε καταλάβει ότι αν υλοποιούνταν το «Οχι» με τις τράπεζες κλειστές ήταν θέμα ωρών – όχι ημερών – να βρεθούμε όλοι στη χώρα θεόφτωχοι, οπότε ή θα σφαζόμασταν μεταξύ μας ή, όσοι είχαν καταφέρει να έχουν κάποια μετρητά, ίσως προλάβαιναν με το ευρωπαϊκό διαβατήριό τους να αφήσουν πίσω τους συντρίμμια; Δεν είχε συναίσθηση πού μας πήγαινε; Δεν μπορούσε να καταλάβει από τα συμφραζόμενα;

Πολύ φοβάμαι ότι πίστευε στην προσωπική του ικανότητα να χειραγωγεί. Οπως βρέθηκε ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όπως εξελέγη πρώτος κι έγινε πρωθυπουργός, όπως συμμάχησε με τον Καμμένο χωρίς να υπάρξει αριστερή αντίρρηση, όπως είχε καταφέρει να τον συμπαθούν στην Ευρώπη και να τον αντιμετωπίζουν ορισμένοι από τους ηγέτες ως το καλό, αλλά άπειρο παιδί από την Ελλάδα, έτσι πρέπει να πίστευε ότι θα συνέβαινε και μετά το «Οχι. Κάποιοι πρέπει να τον είχαν πείσει ότι οι εταίροι θα του έκαναν κάποια χατίρια – πιθανόν θα του διασφάλιζαν ρευστότητα και θα του χρύσωναν το χάπι ενός συμβιβασμού που τον ζητάει ο λαός. Πρέπει, πάντως, να τρόμαξε, όταν τρομάξαμε όλοι όσοι κάτι καταλαβαίναμε: όταν συνειδητοποίησε ότι η ΕΕ είχε αποφασίσει να μας αφήσει μόνους.

Κάπως έτσι ο Τσίπρας άφησε προσωρινά πίσω την εχθροπάθεια, ουσιαστικά εκλιπαρώντας τους πολιτικούς αρχηγούς να τον γλιτώσουν. Το διέπραξαν, βοήθησαν μάλιστα και στη Βουλή στη συνέχεια να ψηφιστεί το 3ο μνημόνιο, το δικό του μνημόνιο, που δεν θα χρειαζόταν αν δεν τα είχε κάνει όπως τα έκανε – δίνοντάς του δύναμη να συνεχίσει το παραμύθι και να εκλεγεί ξανά το φθινόπωρο, επίσης σε κλίμα σύγκρουσης και διχασμού. Χωρίς εχθρούς, άλλωστε, χωρίς πόλωση, χωρίς συγκρούσεις, είναι ανύπαρκτος. Δεν είναι τυχαίο ότι, ακόμα και εκτελώντας μνημόνιο, ήθελε να φιμώσει ενοχλητικές φωνές, ΜΜΕ και δημοσιογράφους – ενώ μεθόδευσε την υπόθεση Novartis, για να πολώσει τα πράγματα με τους αντιπάλους του και για να τους φορτώσει το στίγμα της διαφθοράς.

Αυτός ήταν ο Αλέξης Τσίπρας της ανόδου του, ο άνθρωπος που όπως λέει ο Στέφανος Μάνος «δεν ντρέπεται». Γιατί άραγε να έχει αλλάξει σήμερα, που επιχειρεί επιστροφή; Ξέρει ότι η επιστροφή αυτή δεν θα είχε καμία τύχη, αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε φορτωθεί πολλά, αν δηλαδή δεν είχε ανοίξει πολλά μέτωπα – κι αν δεν υπήρχε μια άγονη, δεινοσαυρική αντιπολίτευση που μόνο γκρινιάζει. Ξέρει, επίσης, ότι πολλοί τον γνωρίζουν καλά. Στηρίζεται, όμως, στο ότι πολλοί ξεχνάνε· κι ελπίζει ότι οι επιλήσμονες θα είναι αρκετοί, για να τον επαναφέρουν.

Η αρχαιολογία της πολιτικής

Από το 1974 και μετά, το ΚΚΕ δεν ήθελε πολλά: τη δυνατότητα να αναπαράγεται κυρίως στα πανεπιστήμια και να μην ελέγχεται για την οικονομική του δραστηριότητα. Σε αντάλλαγμα, τα στελέχη και τα μέλη πόζαραν μια αυτοθυσιαστική προσφορά απέναντι στους αναρχικούς στα πανεπιστήμια, ενώ τα συνδικάτα ήταν φορείς ελεγχόμενης οργής. Κάπως έτσι, εποχή υπαρξιακής κρίσης του παγκόσμιου κομμουνισμού, όταν έπεφτε το τείχος του Βερολίνου, το ΚΚΕ του Φλωράκη έπαιζε ρόλο συμμετέχοντας σε πολιτικές συμμαχίες που διεκδικούσαν κάθαρση, λήθη και μεταρρυθμίσεις. Με αυτή τη στόχευση φτιάχτηκε και ο Συνασπισμός.

Το άνοιγμα στη δημοκρατία, όμως, δεν το ήθελαν η Αλέκα Παπαρήγα και, τελευταία, ο Δημήτρης Κουτσούμπας. Η Παπαρήγα ανασύστησε το κόμμα της πολιτικής αρχαιολογίας, ξαναβρίσκοντας την ωραία σλανγκ και τα ξύλινα νοήματά της. Ο Κουτσούμπας, πραγματικός αρχηγός νομενκλατούρας, γύρισε στον εμφύλιο και ψάχνει μια συμβολική ρεβάνς στην ήττα – κατανοητό. Αν δεν πουλήσει ηρωισμό στους αθώους του κόμματος, στους κνίτες που ζουν στην περήφανη κομματική απομόνωση, την εκτός τόπου και χρόνου, τι άλλο να τους πουλήσει; Γι’ αυτό, όταν τα κανονικά παιδιά ψάχνουν διακοπές στις παραλίες, οι οπαδοί του Κουτσούμπα πάνε Γράμμο και Βίτσι. Εκεί όπου ο κομμουνισμός, στην Ελλάδα, ηττήθηκε στρατιωτικά – πριν από την ηθικοπολιτική χρεοκοπία του. Εκεί, με θρησκευτική προσήλωση, λατρεύουν τους αγίους τους.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail