Το 2004 η ορφανή 18χρονη Μαρίνα ταξιδεύει στο παραθαλάσσιο Βίγο της Γαλικίας, αναζητώντας την άγνωστη σε αυτήν, οικογένεια του πεθαμένου πατέρα της προκειμένου να εκδώσει ένα πιστοποιητικό υποτροφίας που να αποδεικνύει τη σχέση της μαζί του.
Αυτό, όμως, το καλοκαιρινό ταξίδι θα ξεφύγει από το πλαίσιο της ανιαρής γραφειοκρατικής διαδικασίας και θα γίνει ένα ταξίδι ζωής και αυτογνωσίας. Οπλισμένη με μια ψηφιακή κάμερα, η Μαρίνα ανασύρει στοιχειωμένες μνήμες για τους ερωτευμένους και παθιασμένους νεαρούς γονείς της και αναζητά απαντήσεις για την αινιγματική ζωή τους μέσα από ένα παλιό ημερολόγιο της μαμάς της και σκόρπιες, αντικρουόμενες πληροφορίες που την μπερδεύουν.
Αυτή είναι η πλοκή και η ουσία της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας της καταλανής σκηνοθέτριας Κάρλα Σιμόν, της «Ρομερία» (Romeria) που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στους ελληνικούς κινηματογράφους. Πρόκειται για μια εντελώς προσωπική ιστορία που συγχρόνως προσπαθεί να πάρει (και εν μέρει τα καταφέρνει), οικουμενικές διαστάσεις. Γιατί θέτει ερωτήματα που πραγματικά αφορούν πολλούς.
«Είναι άραγε αρκετό να έχεις το ίδιο αίμα με κάποιους για να είναι οικογένεια για σένα;» – «Μπορεί η βιολογία να θεωρηθεί πεπρωμένο;». Γι’ αυτά αναρωτιέται η νεαρή ηρωίδα που υποδύεται η Λουσία Γκαρσία, ενώ συναντά για πρώτη φορά άγνωστους θείους, θείες, ξαδέρφια και δύο σοκαριστικά ψυχρούς παππούδες που δεν την αναζήτησαν ποτέ. Ο εύπορος παππούς της, ισχυρίζεται ότι αν η σύγχρονη Ισπανία «εξαφανιζόταν, ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος» και ως πάτερ φαμίλιας απαιτεί από τα εγγόνια του, εν είδει τελετουργίας, να παραταχθούν για να τον χαιρετήσουν, δίνοντάς τους ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ ως ανταμοιβή…
Οταν η Σιμόν τελείωσε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, «Ενα αξέχαστο καλοκαίρι» («Estiu 1993», 2017), που αφορούσε την οικογένειά της, ενώ είχε ήδη τη «Ρομερία» στο μυαλό της, αποφάσισε να περιμένει. «Αναρωτιόμουν αν ήθελα πραγματικά να αφηγηθώ μια ακόμη ιστορία για το παρελθόν μου» είπε στα «ΝΕΑ» στις Κάννες, όπου η «Ρομερία» προβλήθηκε εντός συναγωνισμού. Οπότε περίμενε, σκαλίζοντας συγχρόνως κι άλλο το παρελθόν της. Μεσολάβησε μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, «Οι ροδακινιές του Αλκαράς» («Alcarràs», 2022) αλλά η ιδέα της «Ρομερία» δεν είχε φύγει από το μυαλό της. «Και κάποια στιγμή, ενώ σκάλιζα, συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία, της «Ρομερία», δεν αφορούσε μόνο την οικογένειά μου αλλά μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων. Τη γενιά των γονιών μου. Τη γενιά τόσων ανθρώπων που γαλουχήθηκαν στη δεκαετία του 1980.» Το τέλος της ισπανικής δικτατορίας του Φράνκο το 1975 σηματοδότησε την έναρξη της «La Movida», ενός κινήματος στη Μαδρίτη που πρόσφερε μια επαναστατική και ηδονιστική διέξοδο στους νέους της Ισπανίας, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει προηγουμένως σε μια συντηρητική, καθολική κοινωνία. Ως αποτέλεσμα, η χρήση ναρκωτικών αυξήθηκε ραγδαία. «Η ελευθερία είχε και τη σκοτεινή της πλευρά» για την Κλερ Σιμόν που έτσι αποφάσισε να γυρίσει την ταινία, δίνοντας μεγάλη σημασία στην «ελευθερία της δημιουργικής έκφρασης, που θα της επέτρεπε να ανακαλύψει νέα μονοπάτια στην κινηματογραφική αφήγηση. «Και τώρα, νιώθω ότι ο κύκλος των οικογενειακών ιστοριών μου έχει κλείσει. Ετσι κι αλλιώς, η οικογένειά μου είναι πολύ μεγάλη· καιρός να την αφήσω στην ησυχία της… (γέλια)».
Γεννημένη στις 22 Δεκεμβρίου του 1986 στη Βαρκελώνη, η Κάρλα Σιμόν βρίσκεται στον χώρο της σκηνοθεσίας και της συγγραφής από τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Οταν ήταν έξι χρόνων κοριτσάκι, έχασε τους δικούς της γονείς και το γεγονός ότι με τις ταινίες της διασχίζει τη μνήμη και την απώλεια είναι σαν μια προσπάθεια εξορκισμού των δικών της βιωμάτων και των δικών της δαιμόνων. «Εχω μόνο λίγες φωτογραφίες της μητέρας και του πατέρα μου, και ένα βίντεο του καθενός», είπε. «Ομως, τα γράμματα της μητέρας μου (και τέτοια γράμματα παίζουν σημαντικό ρόλο στην ταινία “Ρομερία”) μου δίνουν περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτήν, γιατί μπορώ να ακούσω τον τρόπο που μιλά, πώς βλέπει τον κόσμο, πώς σχετίζεται με τα ναρκωτικά, τους φίλους και τη δουλειά. Είναι ένα πορτρέτο της νεολαίας της Ισπανίας τη δεκαετία του ’80».
Οι ταινίες της
Επειτα από πολλές μικρού μήκους ταινίες, με πρώτη το ντοκιμαντέρ «Women» (2009), η Σιμόν σκηνοθέτησε το κινηματογραφικό ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους «Ενα αξέχαστο καλοκαίρι» που κέρδισε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ Βερολίνου στο τμήμα Generation Kplus. Το ταλέντο της αξιοποιήθηκε στην τηλεόραση όπου την κάλεσαν να σκηνοθετήσει ένα επεισόδιο της ποιοτικής τηλεοπτικής σειράς «Escenario 0». Αυτό την οδήγησε στη δημιουργία της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας της «Οι ροδακινιές του Αλκαράς», που τοποθετείται σε ένα μικρό χωριό της Καταλωνίας και αναφέρεται στο πώς η ζωή μιας οικογένειας καλλιεργητών ροδάκινων θα αλλάξει, όταν ο ιδιοκτήτης του μεγάλου κτήματος πεθαίνει και ο κληρονόμος του αποφασίζει να πουλήσει τη γη, απειλώντας ξαφνικά τα προς το ζην της.
Για την Κάρλα Σιμόν, που είναι μητέρα δύο παιδιών (όταν πάρθηκε αυτή η συνέντευξη ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της), περισσότερο από κάθε τι, η «Ρομερία» είναι «μια ταινία για τη μνήμη, αλλά τη μνήμη που δεν έχεις και που παρ’ όλ’ αυτά σε στοιχειώνει και σε ορίζει» όπως είπε. «Δουλεύοντας αυτό το θέμα ανακάλυψα ότι η μνήμη λειτουργεί με πολύ συναρπαστικό τρόπο. Νομίζω ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς τη μνήμη· κατά κάποιο τρόπο δεν θυμάσαι το γεγονός, θυμάσαι την τελευταία φορά που το θυμήθηκες. Γι’ αυτό και οι μνήμες, οι δικές μας μνήμες, συνεχώς αλλάζουν. Εξελίσσονται ανάλογα με το συμφέρον μας, ανάλογα με τις ιστορίες που θέλουμε να πούμε. Γι’ αυτό και όταν ρωτάς διαφορετικούς ανθρώπους για το ίδιο πράγμα, οι απαντήσεις δεν ταυτίζονται ποτέ – έτσι δεν είναι;». Ακόμα και η ίδια η Σιμόν δεν ήταν ποτέ βέβαιη ότι αυτά που της μετέφεραν οι γονείς της ήταν η απόλυτη αλήθεια. «Αλλά αυτό, τελικά, ήταν πολύ απελευθερωτικό γιατί με βοήθησε να εφεύρω μια άλλη πραγματικότητα πάνω στην πραγματικότητα. Οι εικόνες που φτιάχνω δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά ήταν η δική μου επιλογή για να δώσω μια μυθοπλαστική διάσταση στην πραγματικότητα».








