Γυμνή από σκηνικά συναντούσαν την ορχήστρα του πολυκλείτειου θεάτρου στην Επίδαυρο το βράδυ της Παρασκευής οι θεατές της πρώτης παράστασης αρχαίου δράματος για το φετινό καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου. Εξαίρεση αποτελούσε ένας στύλος με ένα μικρόφωνο στη δεξιά άκρη. Και 20 λεπτά μετά τις 21.00, κι ενώ το τελευταίο φως της ημέρας διακρινόταν πίσω από τα πεύκα του αρχαιολογικού χώρου, ένα προς ένα άρχισαν να μπαίνουν στην ορχήστρα τα 17 μέλη του Χορού, σημαίνοντας την έναρξη της παράστασης της παλαιότερης σωζόμενης τραγωδίας, εκείνης των «Περσών» του Αισχύλου, την οποία επέλεξε για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην Επίδαυρο ο Χρήστος Θεοδωρίδης σε μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά.
Ανδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν ήταν οι γέροντες, οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου, που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Ηταν υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα θυμόντουσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει. Ενα κοκτέιλ που αποδεικνυόταν εκρηκτικό για την ψυχολογία κάποιων οι οποίοι έφταναν να παθαίνουν κρίσεις πανικού.
Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση έφτασε η Ατοσσα (Μαρία Ναυπλιώτου). Επιβλητική, με μαύρο παντελόνι και χρυσοποίκιλτη κάπα, στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο και εν είδει διαγγέλματος μοιράστηκε με όσους την άκουγαν υποταγμένοι, με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα διχαζόταν από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που θα αποκαλυπτόταν σε λίγο, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα, ρόλο που θα είχε ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας τρόπον τινά τα απόντα σκηνικά.
«Τελείωσαν όλα»
Κι όσο εκείνη ζητούσε πληροφορίες για την Αθήνα, τον πλούτο και τους πολίτες της, έφτασε ο αγγελιαφόρος (Σταύρος Σβήγκος). Ενας από τους Πέρσες, ένας από τον λαό που έτρεξε να τον προϋπαντήσει η σύντροφός του, πριν αρχίσει να σκορπά την είδηση της καταστροφής με όρους δελτίου ειδήσεων. Ενταση και αναλυτικές περιγραφές, όσων έχασαν τη ζωή τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Χωρίς να αφήσει περιθώρια αμφιβολίας για την ολοκληρωτική καταστροφή από την πρώτη του φράση – «Τέλειωσαν όλα. Πάει ολόκληρος ο στρατός» – μετέφερε τη συντριπτική ήττα με το βλέμμα του αυτόπτη μάρτυρα, ενώ τις αντιδράσεις του που παρέπεμπαν σε κάποιον που βιώνει μετατραυματικό στρες υπογράμμιζε ο ήχος από σειρήνες και πυροβολισμούς.
Και μετά σιωπή, περισυλλογή και θλίψη παρατεταμένες – τόσο όμως που προκλήθηκε αμηχανία στο κοίλο – μέχρι να ακουστεί η προτροπή – παράγγελμα του αγγελιαφόρου προς τον χορό «κλάψε, βόγκα και σπαράξου». Η Ατοσσα όταν επέστρεψε στην ορχήστρα «χωρίς χλιδή», όπως είπε η ίδια και χωρίς τα διάσημά της, πρόσταξε τον Χορό να καλέσει το πνεύμα του Δαρείου, δίχως αποτέλεσμα. Αναγκάστηκε να παρακαλέσει. Και πάλι κανείς δεν την υπάκουσε.
Την εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τη μόνη της να κάνει χοές. Της γύρισαν την πλάτη και προσευχήθηκαν μόνοι τους, έξω από την ορχήστρα, με την πλάτη στους θεατές, τραγουδώντας ένα κορσικάνικο μοιρολόι, που μαζί με έργα Τσαϊκόφσκι, Μάλερ και ένα παραδοσιακό από τη Θράκη, έντυσαν μουσικά την παράσταση μαζί με τη βασική μουσική επένδυση του Τζεφ Βάγγερ.
Η επόμενη άφιξη, εκείνη του ειδώλου του Δαρείου (Δημήτρης Καταλειφός), δεν έφερε παρά τη σκιά του αλλοτινού του μεγαλείου. Περισσότερο ως ένας θνητός που έχει βιώσει την αναγνώριση και με την απόσταση του χρόνου κρίνει τα πράγματα, παρά ως ένας αδιαμφισβήτητος ηγέτης, ανταποκρίθηκε στην επίκληση των ζωντανών. Χωρίς να προκαλέσει δέος, αλλά ως ένας πρόγονος σοφός προέβλεψε δεινά, έδωσε οδηγίες και συμβουλές και εξαφανίστηκε στα σκοτάδια του Κάτω Κόσμου. Για να δώσει τη θέση του στην ορχήστρα στον ξέπνοο και με κουρελιασμένα ρούχα Ξέρξη (Αναστάσης Ροϊλός), ο οποίος ήρθε αντιμέτωπος με έναν Χορό που μετέτρεψε το προσκλητήριο νεκρών οριακά σε απόδοση ευθυνών.
Ξέσπασμα οργής
Στο φινάλε πλέον ο χορός που ως τότε υπέμενε σιωπηρά τον πόνο της απώλειας παιδιών, συζύγων, αδελφών, αλλά και σπουδαίων ανδρών, που θρηνούσε βουβά, αλλά παρέμενε στα όρια της λογικής αναζητώντας απαντήσεις, αφέθηκε στο παράλογο των συνεπειών του πολέμου.
Περίμενε τη στιγμή που ο υπεύθυνος της καταστροφής τους, ο Ξέρξης, θα αποσυρόταν στο παλάτι και στην παρηγορητική αγκαλιά της μητέρας του. Δεν ακολούθησε το πρωτότυπο που τον θέλει να συντρίβεται πλάι στον ηγέτη του. Οταν βρέθηκε μόνος αφέθηκε να παρασυρθεί από την οργή του. Με εξαιρετικό ρυθμό και ένταση (την κίνηση είχε επιμεληθεί η Ξένια Θεμελή) σήκωσε κουρνιαχτό στον αέρα, ούρλιαξε, αναζήτησε εκτόνωση και παρηγοριά στην κίνηση που πυροδοτεί ο πόνος. Αρχισε στο προσκλητήριο των νεκρών Περσών να προσθέτει νεκρά βρέφη από την Παλαιστίνη, θύματα της πυρηνικής καταστροφής στη Χιροσίμα, το Σεράγεβο και το Νταρφούρ, επιχειρώντας, μέσα από τα εμβόλιμα κείμενα, να αναδείξει τη διαχρονική φρίκη του πολέμου – μια επιλογή που ίσως γεννά στον θεατή τον προβληματισμό αν χρειαζόταν η υπενθύμιση, όταν ο ίδιος ο λόγος του Αισχύλου είναι ήδη αρκετά αντιπολεμικός και οικουμενικός, χωρίς γεωγραφικά και χρονικά όρια.
Το ποδοβολητό του περσικού λαού που επιχείρησε με σωματικό τρόπο να ξορκίσει το κακό και τον πόνο «πνίγηκε» υπό τους ήχους μιας ακόμη πολεμικής σειρήνας, αλλά και από το χειροκρότημα των περίπου 16.000 θεατών που παρακολούθησαν τις παραστάσεις της Παρασκευής και του Σάββατου, με τα εισιτήρια της τελευταίας να είναι εξαντλημένα.
Info: Η παράσταση περιοδεύει έως τις 28 Σεπτεμβρίου. Απόψε στο Αρχαίο Θέατρο Δίου (Δίον, Πιερία), αύριο στο Κηποθέατρο Αλκαζάρ (Λάρισα), την Τετάρτη στο Δημοτικό Θέατρο Μελίνα Μερκούρη (Βόλος).








