Ευτυχισμένος να είναι ο καινούργιος και όσο γίνεται πιο γλυκός για μας, αν και κομμάτι ζόρικο το βρίσκω. Πρώτη μέρα του χρόνου και έριξα μια ματιά στο Διαδίκτυο να δω κι εγώ, μη χάσω, πώς γιόρτασαν στον κόσμο την αλλαγή από το ’25 στο ’26. Μικρά βιντεάκια από πρωτεύουσες και πρωτεύουσες λουσμένες στο φως (μόνο στο Κίεβο η υποδοχή έγινε στα σκοτεινά, στο πένθιμο μαύρο της νύχτας), τι Λονδίνα, τι Παρίσια, τι, και τι, και τι. Ολα ολιγόλεπτα και στα πεταχτά. Μόνο στο Ντουμπάι κράτησε κάνα ημίωρο και βάλε. Είπα να δω λίγο, αλλά με κράτησε μέχρι τέλους. Μέχρι τελευταίας ρανίδας της έκπληξής μου.

Η αρχή περιέργως λιτή, δεν σε προετοίμαζε καθόλου για την τεχνητής νοημοσύνης καταιγίδα που θα ερχόταν.

Ηταν ένα πλάνο γενικό μιας μοντέρνας πόλης τη νύχτα να καθρεφτίζεται νωχελικά στο νερό. Δέσποζε βέβαια ένας τεράστιος ουρανοξύστης, Μπουρτζ Χαλίφα για τους μυημένους, που ξαφνικά εκεί που καθότανε βγάζει απ΄ την ταράτσα του ένα σαν βουβό αστροπελέκι κι αρχίζει αμέσως να βρυχάται ένα όργανο σαν γκάιντα, σαν πίπιζα, αλλά στο πιο αμανετζίδικο, και βλέπουμε σε πλάνο ολόσωμο μια νεαρά κυρία με λευκό χιτώνα να κρατά στα δυο της χέρια την υδρόγειο αυτοφωτιζόμενη και να την πηγαίνει ιερατικά στο πουθενά. Γύρω της τώρα στο νερό αρχίζουν κάτι σιντριβάνια δειλά στην αρχή, ένα ένα. Δύο δύο, τρία τρία, και μετά παίρνουν ένα θάρρος κι αρχίζουν να ξεπηδάνε σε όλους τους σχηματισμούς, στρογγυλά, τετράγωνα, ωοειδή, άλλα να κάνουν οχταράκια, άλλα πολύγωνα, να φτάνουν δε σε ύψη δυσθεώρητα, και χωρίς καμία προειδοποίηση να σου και ξεπετάγονται ανάμεσά τους, μέσα απ’ το υγρό στοιχείο, μια διμοιρία ασπροσκούφηδες με την κελεμπία λούτσα κι αρχίζουν να δίνουν κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα στο νερό, κάτι ξανάστροφες, να πέφτει η σφαλιάρω σύννεφο.

Εκεί είναι που τα πήρε ο ξύστης του ουρανού, ο Μπουρτζ ο Χαλίφας, κι άρχισε να ξερνάει κόκκινες φωτιές σαν αίμα. Να βγαίνει απ’ τα σωθικά του ό,τι έκρυβε μέσα του χρόνια.

Αμέσως, για να ηρεμήσουνε λίγο τα πράγματα, ακούστηκε ένα πιανάκι, μόνο κι έρημο, ύστερα απ’ αυτόν τον ορυμαγδό κι εμφανίστηκε μια μαούνα, χωρίς κουπαστές, πλακέ κάπως, κι απάνω το πιάνο, ο πιανίστας και μια νεραϊδοπαρμένη να του κρατάει το φανάρι, όχι για πολύ, γιατί στις 6-7 νότες ακολουθήσανε κι άλλα όργανα, το καθένα στη μαούνα του, και πάντα δίπλα του μια να του κρατάει το φανάρι. Ολες τους δε ξεμπούργκωτες. Αυτή η κουστωδία τώρα έπλεε αργά μέσα στο νερό παίζοντας έναν αμανέ σε στυλ ντιβερτιμέντο.

Ευτυχώς, δεν κράτησε πολύ αυτή η επιπλέουσα συναυλία και σου ξεπετάγεται απ’ το νερό ένας με στολή δύτη, λαστιχένια, με ένα επίσης λαστιχένιο μαρκούτσι κολλημένο στον κόκκυγα να τον τροφοδοτεί με νερό που πέρναγε μέσα απ’ τη στολή κι εκσφενδονιζόταν απ’ τις πατούσες του με τέτοια δύναμη, τούρμπο, που τον έκανε να πετάει στον αέρα σαν τρελός, κάνοντας άλματα και ελιγμούς σαν μαύρος αετός χωρίς φτερά, για να καταλήξει σε πολλές, πάρα πολλές εναέριες κωλοτούμπες. Δίπλα του δε, μια κυρία με κόκκινη τουαλέτα ανέβαινε στα σύννεφα υπεράνω πάσης υποψίας, κι όσο ανέβαινε τόσο μάκραινε η ουρά του φουστανιού της που την έδενε με τη γη.

Ο Χαλίφας πια δεν κρατήθηκε και άρχισε ν’ αναβοσβήνει σεληνιασμένος σκορπώντας γλώσσες πύρινης λαίλαπας πάνω – κάτω, οριζοντίως και καθέτως. Ολο το κτίριο να τρέμει σύγκορμο, να χάνεται στο σκοτάδι και μετά να ορθώνεται, σαν άγριο κόκκινο άλογο να χλιμιντρίζει, να γίνεται ολοκαύτωμα, μετά γέρνει μια ζερβά, μια δεξά και μια να γυρνάει σαν μεθυσμένο γύρω απ’ τον εαυτό του και από πάνω μια μουσική να ουρλιάζει και να λυσσομανά σαν μια στρατιά λυσσασμένων λύκων. Το όλον θέαμα είχε κάτι από την Αποκάλυψη του Ιωάννου στα αραβικά.

«…και άρχισε να πέφτει / βροχή από αίμα και φωτιά κι από χοντρό χαλάζι» (εδώ σε μετάφραση του Γιώργου Παυριανού).

…Ωσπου έρχεται η ώρα της αντίστροφης μέτρησης και με το «δέκα», πριν ακόμα από το «εννιά», σκάει μύτη ένας κομήτης από τη γωνία κάτω αριστερά του πλάνου με στόχο το Μπουρτζ Χαλίφα, που ήταν σε έξαλλη κατάσταση, και σου τον πετυχαίνει στην καρδιά. Πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Εκεί γίναμε μάρτυρες της Δευτέρας Παρουσίας. Ανοίξανε οι ουρανοί και ρίχνανε λιωμένο σίδερο, λάβα καυτή και θειάφι.

Δεν άντεξα άλλο. Εφυγα απ την κόλαση και μπήκα στο Ινσταγκραμ. Τα ίδια κι εκεί, μη νομίζεις, ένα ζευγάρι δημιουργών περιεχομένου έβγαζε σέλφι την ώρα που πίσω του το Ντουμπάι στις φλόγες. Το χαμόγελό τους επαγγελματικό, το μάτι ακατοίκητο και στο μυαλό μου, όπως τους έβλεπα, στίχοι του Ελύτη απ’ τα παλιά.

«Τίποτα να μην έρχεται / Τίποτα να μη φεύγει / Ολα τα μέτωπα γυμνά / Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο».

Swarovski.

Χαιρετώ.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.