Ο όρος «οικιακή οικονομία» είναι πλεονασμός. Βλέπετε, ο όρος «οικονομία» είναι αντιδάνειο, τη λέξη τη δανείστηκε η Ευρώπη από τα αρχαία ελληνικά και μας την επέστρεψε, όταν εμείς πλέον καταφύγαμε στη Δύση για να συγκροτήσουμε την παιδεία μας. Είναι, λοιπόν, πλεονασμός ο όρος «οικιακή» για τον προσδιορισμό μιας άλλης λέξης που περιέχει το ίδιο, πρώτο συνθετικό. Η αρχαία ελληνική λέξη «οικονομία» (αναφέρω απλά το «οικονομικό» του Ξενοφώντος) είναι, βέβαια, σύνθετη από τις λέξεις «οίκος» και «νέμω». Η λέξη, πάλι, «νέμω» στην πρώτη της σημασία είναι «μοιράζω». Αν το έχουμε αυτό υπόψη μας, θα αντιληφθούμε τη διαφορά ανάμεσα στις λέξεις «νομός» και «νόμος». «Νομός» είναι τόπος που είναι μέρος όλου: η Ελλάδα κατανέμεται διοικητικά σε νομούς. Και «νόμος», πάλι, είναι μοιρασιά. «Νέμω» είναι ο τρόπος που μοιράζω, εξάλλου, και «νομή» ήταν, κατ’ αρχάς, το χωράφι, το έδαφος που είχε παραχωρηθεί σε κάποιον για να βόσκει (νέμει) το κοπάδι του, μέρος του όλου.

Θα άλλαζα, γενικά, στόχο στο σημερινό άρθρο αν προχωρούσα και στην καταγωγή του ρήματος «νομίζω», που είναι ρήμα θαμιστικό, σημαίνει δηλαδή το «θαμά (συχνά) γενόμενο». Αρα, «νομίζω» σημαίνει ό,τι κάθε φορά συχνά μου αναλογεί ή έχω την ικανότητα να ιδιοποιούμαι και να αντιλαμβάνομαι. Αρα, πάλι, και «νόμισμα», ό,τι συνήθως ή σύμφωνα με κοινή αποδοχή νομίζω ότι είναι κάτι και έχει ιδιότητα και αξία που του αναθέτω.

Ξεκίνησα και παρασύρθηκα από την έξοχη καταγωγή των λέξεων και των εννοιών για να ξαναγυρίσω σε πρότυπα βίου που ίσχυαν έως και πριν από μισό αιώνα και λίγο περισσότερο. Εχω την εντύπωση πως θα θεωρούσα πως άλλαξε και η γλώσσα και οι ανάγκες μας (που δημιουργούν λέξεις και ενέργειες που οφείλουν να προσδιοριστούν γλωσσικά) μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν αυτονόητα άλλαξε και η ηθική μας, αλλά και ο τρόπος σκέψης μας. Θαυμάσια, όπως το ξαναθύμισα, το αναλύει αυτό ο Θουκυδίδης, αναφέροντας πως άλλαξε η σημασία των λέξεων, όταν άρχισε και συνεχίστηκε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Ο σκοπός του σημερινού κειμένου είναι άλλος, αλλά χρειαζόταν να ξαναδούμε τη σημασία κάποιων λέξεων και την περιπέτεια του περιεχομένου τους διαχρονικά.

Θα μου επιτρέψετε αναφορές προσωπικές που, όμως, ήταν ανάλογες εκδηλώσεις του κοινοτικού βίου στα λίγα (μέσα στον ιστορικό χρόνο) χρόνια που πέρασαν, αφότου ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, χρόνος της παιδικής μου ηλικίας. Η μητέρα μου γεννήθηκε στη Λοκρίδα, από οικογένεια μεγαλοαγροτική. Τα νεανικά της χρόνια μετείχε στις γεωργικές και, βέβαια, στις οικιακές εργασίες της οικογένειάς της. Οταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου, εκπαιδευτικό που υπηρέτησε σε μεγάλη αστική πόλη, εντάχθηκε κι εκείνη στις ανάγκες αλλά και στην οικονομία του αστικού μοντέλου ζωής. Στην Κατοχή, όμως, ο πατέρας μου, με δύο παιδιά και σε αναμονή το τρίτο, βρέθηκε να εισπράττει μισθό, που κάθε μέρα αυξανόταν σε δισεκατομμύρια (!), και πήρε απόσπαση ως εκπαιδευτικός για το γυμνάσιο της γενέτειρας της μητέρας μου, δηλαδή σε ένα αγροτικό νοικοκυριό.

Ετσι, από τα έξι περίπου χρόνια μου, έζησα μέσα στους τρόπους παραγωγής της αγροτικής κοινωνίας. Η μητέρα εντάχθηκε αμέσως στις παλιές αγροτικές και οικιακές δράσεις. Ετσι, μεγαλώνοντας σε έναν τέτοιο οικονομικό τρόπο ζωής, έμαθα και διδάχθηκα (όπως χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί μου στην ελληνική επαρχία με άλλου είδους οικονομία, κυριολεκτικά) διαχείριση των αναγκών του οίκου. Το σπίτι των παππούδων μου, όπου μεγάλωσε η μητέρα μου, ήταν ένα συνηθισμένο επαρχιακό σπίτι, με κατώι και έναν όροφο όπου έφτανες με μια ξύλινη σκάλα. Κεραμοσκεπή και, βέβαια, η κλειστή αυλή με μια μεγάλη αυλόπορτα. Μεγάλη, ώστε, ανοίγοντας, να μπορεί να περάσει το κάρο και τα άλογα και, συχνά, η αγελάδα. Στην αυλή ήταν ο αχυρώνας, με στέγη και απαραίτητη τροφή για τα ζώα. Εκεί, συνήθως, ήταν ο χώρος όπου γεννούσαν οι κότες τα αβγά τους και τα επώαζαν για να γεμίσει η αυλή κοτόπουλα. Η γιαγιά είχε και γαλοπούλες. Σε μια γωνιά της αυλής ήταν το σπιτάκι του σκύλου, φύλακα αλλά και κυνηγού, όταν ο θείος έβγαινε για κυνήγι, που δεν ήταν σπορ, αλλά τροφή. Σε άλλη γωνιά της αυλής ήταν μια ξύλινη κατασκευή που φιλοξενούσε τα κουνέλια, τα οποία βέβαια χρειάζονταν τη δική τους λάτρα. Στο βάθος της αυλής ήταν

η γούρνα με το γουρούνι. Στους τοίχους της αυλής η γιαγιά και οι κόρες της άφηναν φούχτες με καλαμπόκι για τα περιστέρια που γνώριζαν και τον τόπο και την ώρα του… φαγητού. Κοντά στο σπίτι ήταν ο φούρνος. Η μητέρα μου και οι αδελφές της ζύμωναν ψωμί με το αλεύρι που υπήρχε στο υπόγειο από τη συγκομιδή των αγρών της οικογένειας.

Συχνά, με τη σούστα του θείου, πήγαινα με το σιτάρι στον μύλο του χωριού και περιμέναμε να αλεστεί και να γυρίσουμε με το αλεύρι, είτε σιταρίσιο είτε καλαμποκίσιο. Στον φούρνο που «έκαιγε» η μητέρα μου με ξερά κλαδιά από το κλάδεμα των δέντρων έψηνε το πιο σύνηθες καθημερινό φαγητό και, βέβαια, πίτες που τα φύλλα τους, αφού ζύμωνε η μητέρα, τα έπλαθε στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Το τυρί στις τυρόπιτες, οι γαλατόπιτες ή οι λαχανόπιτες γέμιζαν το ταψί με προϊόντα του νοικοκυριού. Κάτω από μια σκεπασμένη αυλή υπήρχε η κάδη με τις ελιές που είχαν συναχθεί στην ώρα τους (έξοχες διανυκτερεύσεις μας με κουρελούδες κάτω από τ’ αστέρια τις μέρες του μαζέματος της ελιάς). Δίπλα στην κάδη ήταν τα βαρέλια με το κρασί και το ξίδι. Προϊόντα του αμπελιού της γιαγιάς μαζί με τη σταφίδα που απλωνόταν στο μπαλκόνι για να ωριμάσει. Μαύρη και ξανθή σταφίδα. Στο κατώι ήταν αποθηκευμένα όλα τα αγαθά, προϊόντα της οικιακής οικονομίας. Τα βαρέλια με το παλιό κρασί, τα πιθάρια με το λάδι, τις ελιές στην άλμη, τα πιθάρια με τα φασόλια, τα ρεβίθια, τη φακή και κρεμασμένα σε καρφιά το κεφαλοτύρι και τα λουκάνικα. Σε μια γωνιά, και το πιθάρι με την πηχτή. Εξω έξω στο υπόγειο, ο αργαλειός. Εκεί η μητέρα μου και οι αδελφές της ύφαιναν κουρελούδες, κουβέρτες, ταγάρια και έξοχα χαλιά, μπαντανίες και μαξιλαροθήκες. Σε μια άλλη γωνιά του κατωγιού ήταν το καζάνι όπου η μητέρα έφτιαχνε πράσινο σαπούνι. Οταν έβραζε σε τελάρα απλωμένα στην αυλή το υγρό, χυνόταν σε τετραγωνισμένες θήκες, πάγωνε και αποθηκευόταν στο πατάρι για την ανάγκη της πλύσης.

Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο σε αυτή την οικονομία. Οσο και να φαίνεται στις ευαίσθητες ψυχές απάνθρωπο (ενώ δεν παύουν να το προμηθεύονται πακεταρισμένο από τα σουπερμάρκετ), συνηθίσαμε να σφάζονται οι κότες, τα κοκόρια, τα κουνέλια, οι γαλοπούλες και το γουρούνι στην αυλή. Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο, όντως. Η γούνα του κουνελιού συχνά γινόταν γούνινος γιακάς στα γυναικεία παλτά και το δέρμα του γουρουνιού πήγαινε στον παπουτσή και, αφού μας έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού, μας έφτιαχνε μποτάκια με καρφιά (για να μη λιώνουν γρήγορα) στη σόλα. Η λίπα του γουρουνιού αποθηκευόταν σε πήλινα δοχεία και ήταν, μαζί με το λάδι και το καλαμποκέλαιο, συστατικό στο τηγάνι για το καθημερινό φαγητό. Είχα τη μεγάλη τύχη, παιδί οκτώ ετών, να γίνω αποκλειστικός διατροφέας μεταξοσκωλήκων. Στο τραπέζι του σαλονιού, που άνοιγε μόνο στις γιορτές, στους αρραβώνες και στους γάμους, άπλωνα λαδόχαρτο από τον μπακάλη και έτρεφα εκατοντάδες μεταξοσκώληκες που τρέφονταν με φύλλα από την κληματαριά της αυλής. Και περίμενα να μεγαλώσουν, ν’ αρχίσουν να βγάζουν από το στόμα τους κλωστές και να φτιάχνουν το κουκούλι τους, πολύτιμο μετάξι που το πουλούσαμε στον έμπορο και παίρναμε μεταξωτά υφάσματα. Η μάνα μου, εκτός από τον αργαλειό, δούλευε και τη ραπτομηχανή και έραβε φουστάνια, ποδιές, πουκάμισα, φανέλες, σώβρακα, γυναικεία εσώρουχα, ακόμη και τραγιάσκες.

Αυτό το σπίτι, λοιπόν, κιβωτός, μια αυτόνομη και αυτοδύναμη οικονομία, ήταν συχνά και μαιευτήριο και εκκλησία. Οι εγκυμονούσες γυναίκες (και η μητέρα μου) γεννούσαν στο σπίτι με τη μαμή και, όταν πλησίαζε η ώρα του τοκετού, ετοιμάζονταν σεντόνια, νερό βραστό και, βέβαια, η κούνια που θα υποδεχόταν το μωρό. Στην Κατοχή και οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια, και τα βαφτίσια επίσης. Ερχόταν ο παπάς με τα άμφια και τις λαμπάδες ή την κολυμπήθρα και τους μουσαμάδες για το λαδωμένο μωρό και ακολουθούσε σεμνό γλέντι, γιατί οι περίπολοι των κατακτητών καραδοκούσαν. Στο σπίτι, βέβαια, εξετίθεντο και οι νεκροί στο φοβερό ξενύχτι, όπου οι γυναίκες περνούσαν από τον θρήνο στη λάτρα (φτιάχνοντας καφέδες) για τους συγγενείς και τις γειτόνισσες. Εγώ, έχοντας θεία σπουδαία παιδαγωγό της μεθόδου Ντεκρολί, έβγαλα το Δημοτικό, δύο τάξεις, στο σπίτι. Επιτρεπόταν η κατ’ οίκον διδασκαλία.

Υστερα από όλ’ αυτά, άντε να εξηγήσεις στους ευρωπαίους εταίρους μας τι σημαίνει η κοινόχρηστη λέξη «εκόνομι», «εκονομί» και τα ρέστα!

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.