O Στέλιος Ρόκκος ανοίγει δύσκολα και ευαίσθητα κεφάλαια της ζωής του, μιλώντας για τα πολύ δυσάρεστα γεγονότα που έχει βιώσει και για την ανάγκη του να μη «παραιτηθεί», ακόμη κι όταν ο πόνος γίνεται ασήκωτος.

Εξομολογείται ότι δεν αγαπά τις δημόσιες σχέσεις και δεν καταβάλλει προσπάθειες να παραμείνει στην επικαιρότητα. Σε μια εποχή που η προβολή και η παρουσία στα μέσα θεωρούνται απαραίτητες για την καριέρα ενός καλλιτέχνη, ο Ρόκκος επιλέγει συνειδητά να μην ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, επιβεβαιώνοντας ότι ζει τη η ζωή του «στα κόκκινα», δίνοντας πάντα, τα πάντα σε ό,τι κάνει.

Η στάση του είναι ξεκάθαρη και ωμή, όταν τον ρωτώ για το εάν έχει πειραματιστεί σεξουαλικά και εξηγεί ποια είναι η σχέση του με την Εκκλησία. Αναφέρεται και στον ρόλο του ως πατέρας, παραδεχόμενος ότι δεν υπήρξε ο μπαμπάς που θα ήθελε.

Με εντυπωσιακή ειλικρίνεια, παραδέχεται επίσης ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί τη βλακεία στους ανθρώπους. Αυτή η αδυναμία να ανεχτεί την επιφανειακότητα ή την έλλειψη ουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις φαίνεται να τον έχει οδηγήσει σε μια πιο απομονωμένη ζωή που βρίσκει διέξοδο στην ελευθερία του δρόμου και των ταξιδιών με τη μηχανή του.