Ο Βίλχελμ Χαν στέκεται μπροστά από ένα σούπερ μάρκετ στο Αμβούργο, ευθυτενής με βλέμμα ζωηρό. Αν και είναι 84 ετών, εξακολουθεί να εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία φύλαξης – δύο φορές την εβδομάδα, 6-8 ώρες ανά βάρδια. Όπως λέει,  η σύνταξή του των 841,79 ευρώ «μόλις που φτάνει για να επιβιώσω».

Όπως εξηγεί στην εφημερίδα Bild, το ενοίκιό του κοστίζει 468 ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθενται δαπάνες για ηλεκτρικό, τέλη για τηλεόραση-ραδιόφωνο, εισιτήριο για τη συγκοινωνία και η καθημερινή του συνήθεια: η εφημερίδα του. Στο τέλος του μήνα του μένουν 200-260 ευρώ για φαγητό, ρούχα και φάρμακα. «Αν δεν δούλευα, θα έπρεπε να στερούμαι το φαγητό μου για κάθε επιπλέον έξοδο», λέει ήρεμα. «Αυτό δεν θέλω να το κάνω στον εαυτό μου».

Κατάγεται από ένα μικρό χωριό στο κρατίδιο της Έσσης και είχε πέντε αδέλφια, ενώ οι γονείς του ήταν αγρότες. Ήθελε να γίνει δάσκαλος και ξεκίνησε σπουδές στο Μόναχο, τις οποίες όμως εγκατέλειψε. Αντί για τη σχολική αίθουσα, βρέθηκε να εργάζεται ως πωλητής. Έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος, εκπαιδεύτηκε ως τεχνικός ραδιοφώνου και τηλεόρασης, εργάστηκε ως οδηγός ταξί και αργότερα ως μεταφορέας. Πέρασε πέντε χρόνια στο Βερολίνο και στη συνέχεια μετακόμισε στο Αμβούργο. Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε υπηρεσίες φύλαξης, κάνοντας νυχτερινές περιπολίες.

Η σύνταξη που δεν φτάνει

Για αποταμίευση δεν έκανε ποτέ λόγο. Εμπιστευόταν το σύστημα. «Η κρατική σύνταξη θα είναι αρκετή», πίστευε τότε. Σήμερα παραδέχεται ψύχραιμα: «Δεν είναι».

Η πρώτη καταβολή της σύνταξής του ήρθε τον Δεκέμβριο του 2006: 569,38 ευρώ τον μήνα. Οι οικονομίες του εξανεμίστηκαν σε έξι μήνες και έκτοτε εργάζεται ξανά ως φύλακας για ιδιωτική εταιρεία σε καταστήματα λιανικής. Επιδόματα ή κρατική βοήθεια δεν δέχεται. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω έτσι χωρίς να χάσω την αυτοεκτίμησή μου. Η αξιοπρέπεια είναι αυτοσεβασμός», λέει.

Επιπλέον, αν δεχόταν κρατική στήριξη, δεν θα μπορούσε να συμπληρώνει εισόδημα. «Θα είχα 10 με 11 ευρώ περισσότερα την ημέρα. Με τη δουλειά μου κερδίζω 600 με 800 ευρώ τον μήνα». Οι απολαύσεις του είναι λιτές: «Καμιά φορά ένα γεύμα έξω ή μια βόλτα με το ποταμόπλοιο», λέει χαμογελώντας.

Δεν θεωρεί τη δουλειά του επικίνδυνη, παρά την ηλικία του. «Μου έχει τύχει μόνο κανένα σπρώξιμο. Είμαι σε φόρμα σα να είμαι 50άρης ή 60άρης», λέει γελώντας. Κάθε μέρα κάνει γυμναστική για ένα τέταρτο και περπατά πολύ, ενώ χρησιμοποιεί τις σκάλες και όχι το ασανσέρ.

«Η πραγματικότητα πρέπει να γίνεται αποδεκτή»

Όταν ακούει πολιτικούς να μιλούν για «δίκαιο κοινωνικό κράτος», δυσπιστεί. «Αναρωτιέμαι: τι ακριβώς είναι κοινωνικό και τι δίκαιο;». Παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνει την απογοήτευση να τον κυριεύσει. «Η πραγματικότητα πρέπει να γίνεται αποδεκτή, όπως είναι», λέει.

Όσο έχει δυνάμεις, θα συνεχίσει να στέκεται μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Κι όταν κουραστεί, έχει ήδη σκεφτεί το επόμενο βήμα. «Θα μπορούσα να ελέγχω εισιτήρια στο σινεμά ή να πουλάω ποπ κορν. Το φαντάζομαι εύκολο».