Η αγωγή του Έλον Μασκ εναντίον της OpenAI, εταιρείας κατασκευής του ChatGPT, και των επικεφαλής της, συμπεριλαμβανομένου και του Διευθύνοντος Συμβούλου Σαμ Άλτμαν, ξεκινά. Τρανταχτά ονόματα της τεχνολογίας αναμένεται να καταθέσουν σχετικά με το αν τα στελέχη εξαπάτησαν τον Μασκ και πρόδωσαν την αρχική μη κερδοσκοπική αποστολή της OpenAI όταν αυτή εξελίχθηκε και δημιούργησε έναν κερδοσκοπικό βραχίονα.

Η δίκη έρχεται σε μια δύσκολη συγκυρία και έναν τεράστιο ανταγωνισμό μεταξύ των δημιουργών τεχνητής νοημοσύνης. Οι φιλοδοξίες μάλιστα της OpenAI για δημόσια προσφορά ενδέχεται να καταρρεύσουν εάν ο Μασκ κερδίσει την υπόθεση. Ο Άλτμαν και ο συνιδρυτής και πρόεδρος της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, θα μπορούσαν να χάσουν τις θέσεις τους – ανοίγοντας έναν ευκολότερο δρόμο για την εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης του Μασκ, την xAI, να προχωρήσει.

Η σύγκρουση όμως δεν είναι μόνο νομική αλλά και προσωπική καθώς Μασκ και Άλτμαν από συνεργάτες είναι πια ανταγωνιστές αφότου ο Μάσκ ανέπτυξε και την δική του εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης.

Η δίκη θεωρείται κρίσιμη για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης και το πως θα λειτουργούν οι εταιρείες. Εκτός αυτού όμως επαναφέρει και τα ερωτήματα;Ποιος ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη; Ποιος αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί;

Η ιστορία και οι ισχυρισμοί Musk

Ο Musk συνίδρυσε και βοήθησε στη χρηματοδότηση της OpenAI με το ποσό των 44 εκατομμυρίων δολαρίων το 2015. Τότε ήταν μη κερδοσκοπικός οργανισμός.

Το 2018 και μετά από μια έντονη διαμάχη εξουσίας αποχώρησε από την εταιρεία και λίγο αργότερα ίδρυσε την δική του εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης την xAI. Μετά την αποχώρηση του Musk, η OpenAI χρειαζόταν άμεσα χρηματοδότηση και έτσι δημιουργήθηκε μια θυγατρική με κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Ήταν 2019. Η εταιρεία αυτή στη συνέχεια μετατράπηκε σε εταιρεία δημοσίου συμφέροντος υπό την επίβλεψη του μη κερδοσκοπικού ιδρύματος το 2025. Οι γενικοί εισαγγελείς στην Καλιφόρνια και το Ντέλαγουερ ενέκριναν την αλλαγή.

Ο Μασκ ισχυρίζεται ότι η αλλαγή αυτή πρόδωσε την αρχική μη κερδοσκοπική αποστολή της OpenAI να αναπτύξει ασφαλή τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης ανοιχτού κώδικα για το δημόσιο καλό και όχι για ιδιωτικό όφελος. Ισχυρίζεται ότι η εταιρεία επωφελήθηκε αδικαιολόγητα από τις συνεισφορές του, παραβιάζοντας την φιλανθρωπική του δράση και την εμπιστοσύνη που έδειξε.

Η Microsoft, την οποία ο Μασκ κατονόμασε ως συγκατηγορούμενη στην υπόθεση, κατηγορείται για συνέργεια και υποκίνηση στην παραβίαση της φιλανθρωπικής εμπιστοσύνης από την OpenAI.

Απαίτηση του Μασκ είναι ο δικαστής να επαναφέρει την OpenAI στην προηγούμενη μη κερδοσκοπική δομή της, να απομακρυνθούν Άλτμαν και Μπρόκμαν από τους ρόλους τους στο διοικητικό συμβούλιο και περισσότερα από 130 δισεκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις. Σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει μάλιστα οι τυχόν αποζημιώσεις που θα προκύψουν από την δικαστική διαμάχη θα διατεθούν στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό της OpenAI και όχι σε αυτόν προσωπικά.

Η OpenAI από την πλευρά της ισχυρίζεται ότι ο Μασκ πίεσε ο ίδιος για μια κερδοσκοπική δομή. Συμπληρώνει ότι έφυγε επειδή δεν μπόρεσε να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο και ότι η αγωγή «υποκινείται από ζήλια, λύπη για την αποχώρησή του από την OpenAI και την επιθυμία να εκτροχιαστεί μια ανταγωνιστική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης».

Τα στοιχεία της υπόθεσης περιλαμβάνουν εκατοντάδες σελίδες email, κειμένων και προσωπικών γραπτών από μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της τεχνολογίας. Μεταξύ των μαρτύρων που αναμένεται να καταθέσουν είναι οι Musk, Altman, Brockman, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Microsoft Satya Nadella, πρώην υψηλόβαθμα στελέχη της OpenAI και άτομα κοντά στον Musk. Σε αυτούς περιλαμβάνεται η Shivon Zillis, μητέρα ορισμένων από τα παιδιά του Musk και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της OpenAI.

Στην υπόθεση πάντως που αφορά στον πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο, την εταιρεία που έχει γίνει συνώνυμη με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τους μεγάλους τεχνολογικούς παίκτες και διευθύνοντες συμβούλους, αυτό που αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη πρόκληση είναι η εύρεση αμερόληπτων ενόρκων.

Οι Μασκ και Άλτμαν δεν είναι απλώς διευθύνοντες σύμβουλοι, είναι διασημότητες. Η μεγαλύτερη πρόκληση λοιπόν είναι η εύρεση των ενόρκων καθώς όπως δηλώνουν ειδικοί δεν μπορούν να είναι απλοί πολίτες αλλά θα πρέπει να έχουν γνώση της υψηλής αυτής τεχνολογίας.

«Ο νόμος δεν απαιτεί ενόρκους που δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον Έλον Μασκ ή την Τεχνητή Νοημοσύνη. Απαιτεί ενόρκους που μπορούν να αφήσουν στην άκρη αυτά που έχουν ακούσει και να αποφασίσουν για την υπόθεση με βάση μόνο τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο δικαστήριο», αναφέρει χαρακτηριστικά στο CNN η καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Λίπι, διευθύντρια στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Τεμπλ.

Πίσω από την διαμάχη

Η υπόθεση Μάσκ – Άλτμαν φέρνει και πάλι στην επιφάνεια ένα φαινόμενο: ότι η «ηθική» της τεχνολογίας συχνά υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για επενδύσεις, ανταγωνισμό και κυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επίκεντρο βρίσκονται και κολοσσοί όπως η Microsoft, ούτε ότι το διακύβευμα φτάνει τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Πρόκειται λοιπόν για μια εκπληκτική καινοτομία που έχει όμως μετατραπεί σε μια τρομερή δύναμη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς μας και το δικαστήριο αναμένεται να αποφασίσει για το ποιος έχει δικαίωμα εμπορικής χρήσης ή όχι.

Η δύναμη είναι αδιαμφισβήτητο ότι οδηγεί σε συγκρούσεις με κίνητρα προσωπικές φιλοδοξίες και εταιρικά συμφέροντα. Και έτσι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει τη δίκη αλλά το τι θα σημαίνει η έκβαση της δίκης για την λειτουργία της τεχνητής νοημοσύνης και την διαχείριση της δύναμης που αυτή παρέχει.

Καταλήγοντας η συγκεκριμένη δίκη μπορεί να κρίνει πολλά περισσότερα από μια εταιρική διαμάχη. Μπορεί να καθορίσει το μοντέλο με το οποίο θα αναπτυχθεί η τεχνητή νοημοσύνη: ως δημόσιο αγαθό ή ως ιδιωτικό μονοπώλιο.