Συνεργάζονται εντατικά τα τελευταία πέντε χρόνια. Διαβάζουν, συζητούν και επιλέγουν μαζί τα έργα που ανεβάζουν. Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος σκηνοθετεί κι η Ελένη Στεργίου αναλαμβάνει να παίξει κάποιον ρόλο. Αυτή τη φορά άκουσαν την ανάγκη τους να δοκιμάσουν μια διαφορετική μορφή συνεργασίας. Θέλησαν να παίξουν μαζί σαν ηθοποιοί και παράλληλα να μοιραστούν την ευθύνη της σκηνοθεσίας στην παράσταση του έργου «Η παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη.


Πότε ήταν η πρώτη σας επαφή με το συγκεκριμένο κείμενο;

Ελένη Στεργίου: Ήμουν ακόμη στη σχολή. Βρέθηκα να παρακολουθώ μια πρόβα συμμαθητών εν όψει των εξετάσεων. Ενθουσιάστηκα με μια σκηνή από την «Παρέλαση». Παρασύρθηκα βλέποντας δυο παιδιά να παίζουν με μια αφέλεια που άγγιζε τα όρια της σκληρότητας. Άρχισα να έρχομαι σε επαφή με τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη και γοητεύτηκα. Είχα την τύχη να δώσω πτυχιακές εξετάσεις με την «Σοφία» από το «Σ ‘εσάς που με ακούτε» και τώρα, με αφορμή την «Παρέλαση» να αναμετρηθώ με την «Ζωή».
Κωνσταντίνος Μάρκελλος: Ήμουν στο Λύκειο όταν έπεσε στα χέρια μου για πρώτη φορά θεατρικό έργο, η «Τριλογία της Πόλης» της Λούλας Αναγνωστάκη. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη αυτή εντύπωση. Θυμάμαι να ζητώ από την καθηγήτρια των καλλιτεχνικών να κάνουμε παράσταση την «Πόλη» για να παίξω τον Φωτογράφο. Θυμάμαι ακόμη τον τρόμο και την απόσταση που μου προξένησε η «Παρέλαση». Συναίσθημα που με ακολούθησε και μέσα στην Δραματική Σχολή, όπου με ανακούφιση είδα να μου ανατίθεται ο ρόλος του Μίμη στην «Διανυκτέρευση» και όχι αυτός του Άρη της «Παρέλασης». Θέλω να ευχαριστήσω την Ελένη που δεν πτοήθηκε από τις συνεχείς αρνήσεις μου και επέμεινε στην επιλογή αυτού του έργου.

Πώς αποφασίσατε να το κάνετε παράσταση;
Κ. Μ.:  Διαβάζουμε πολύ πριν αποφασίσουμε ποιο έργο θα ανεβάσουμε. Το καθοριστικότερο κριτήριο επιλογής μας είναι τελικά ο βαθμός στον οποίον αφορά τους δυο μας ως καλλιτέχνες και ως πολίτες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Στην έρευνα που ακολούθησε την ανάγνωση της «Παρέλασης», ανακαλύψαμε πως οι σύνδεσμοι τους οποίους δημιουργεί το έργο μεταξύ του τραυματικού παρελθόντος, του παρόντος και του αβέβαιου μέλλοντος της ελληνικής κοινωνίας είναι εξαιρετικά ζωντανοί και αποκαλυπτικοί με τρόπο καθόλου διδακτικό.

Θα θέλατε να μας πείτε για τη σκηνοθεσία της παράστασης;
Ε. Σ. : Χτίσαμε τους δύο χαρακτήρες και την μεταξύ των σχέση πάνω σ’ έναν «παραμορφωμένο» χάρτη. Κατασκευάσαμε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους -τους δηλώνει ξεκάθαρα από την αρχή η σκηνογραφία- που αγωνίζονται να συνυπάρξουν. Ένα κοινό σημείο αναφοράς τοποθετημένο ανάμεσά τους, ο μικρός φεγγίτης χωρίζει και ενώνει παράλληλα τους δύο κόσμους αλλά και τον ενιαίο έσω κόσμο από τον έξω. Επιλέξαμε να μην υπάρχουν ούτε τοίχοι ούτε πόρτα στο σκηνικό, έτσι ώστε η μόνη πραγματική διέξοδος (;) των δυο παιδιών να είναι ο φεγγίτης. Και το κλειδί; Ένα παιχνίδι μόνο για να ξεγελούν τους εαυτούς τους, ότι μια μέρα «…θα το πάρουν και θα βγουν έξω…» και μια παιδιάστικη εκτόνωση των πιο βίαιων ενστίκτων τους.

Υπάρχει κάποια φράση που ξεχωρίζετε μέσα στο κείμενο;
Ε. Σ.: «Άρη, αυτός με τα μακριά μαλλιά τον πιάνει, τον βάζει εκεί, εκεί, Άρη, θα τον σκοτώσουν, τον γονάτισαν για να του κόψουν το κεφάλι κι ο κόσμος δεν λέει τίποτα, Άνοιξε το παράθυρο, φώναξε, κάνε κάτι!», λέει η Ζωή στον Άρη στο τέλος του έργου προκαλώντας τον να δράσει, ενώ η ίδια παραμένει αμέτοχη κι ακίνητη. Αυτή η φράση, για μένα, αντικατοπτρίζει κάθε στιγμή μας όταν καλούμαστε να πάρουμε μια μικρή η μεγάλη απόφαση και να αναλάβουμε την ευθύνη της απόφασης αυτής. Πόσο τολμηροί ή άτολμοι μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε κάτι που βρίσκεται έξω από εμάς και μας είναι άγνωστο, μας φοβίζει; Υπάρχει, επίσης, και μία φράση που δεν είναι από την «Παρέλαση», αλλά από ένα ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη και έχει άμεση σχέση με αυτήν: «Τάχα μιαν έκθαμβη Παρέλαση, στο βάθος όλες οι δικές σου αποτυχίες…». Μια φράση που, από την στιγμή που την συναντήσαμε, μας αποκάλυψε έναν καινούριο ανεξερεύνητο ως εκείνη την στιγμή κόσμο και άνοιξε την όρεξη και την δημιουργικότητά μας κατά την διαδικασία των προβών.

Κ. Μ.:  Αυτός ο στίχος του Μανόλη Αναγνωστάκη κατά κάποιον τρόπο ξεκλείδωσε το έργο και την ερμηνεία του στο επίπεδο που -κατά την δική μας αντίληψη- αυτή καθιστά ένα έργο ηλικίας 52 χρόνων επίκαιρο και ζωντανό ακόμη και σήμερα. Φαίνεται πως ο αντίκτυπος των οδυνηρών γεγονότων της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας είναι ακόμη ισχυρός πάνω στο πρόσωπο της κοινωνίας. Και σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια από την λήξη του εμφυλίου πολέμου, το πρόσωπο αυτό δείχνει να διατηρεί αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της Ήττας, ατομικής και συλλογικής. Αποκαλυπτικά είναι και τα ζεύγη αντιθετικών φράσεων που ξεστομίζουν οι δυο χαρακτήρες μέσα στο έργο, όταν σε σημεία μιλούν για τις βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες τους, για όλα όσα πρόκειται να κάνουν, για να παραδεχτούν λίγο αργότερα την αδυναμία ή τον φόβο τους να πραγματοποιήσουν κάτι από αυτά. Αυτή η συνεχής αυτοαναίρεση και ματαίωση λειτουργεί μέσα στο έργο σαν μία «Επωδός της Ήττας».

Ταυτότητα παράστασης
«Η παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μάρκελλος & Ελένη Στεργίου
Σύμβουλος στη Δραματουργία: Βασιλική Δεμερτζή
Σχεδιασμός Σκηνικού Χώρου: Ζωή Μολυβδά-Φαμέλη & Μπάμπης Καμπανόπουλος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Μελίνα Μάσχα
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου
Μίξη ήχου-mastering: Πάνος Τσεκούρας
Κατασκευή Σκηνικών: Μπάμπης Καμπανόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Παπαγεωργίου
Βίντεο & trailer παράστασης: Κώστας Στάμου & Χάρη Καρακουλίδου / Artlabor Productions
Φωτογραφίες Promo: Γιάννης Μπαριτάκης / Runaway.gr
Φωτογραφίες Παράστασης: Χάρης Καλαμπόκης / dvArt

Ερμηνεία: Ελένη Στεργίου, Κωνσταντίνος Μάρκελλος
Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας/ Β’ Σκηνή (Κεφαλληνίας 18 Κυψέλη, τηλ. 210-8838.727). Σάββατο στις 21.00 & Κυριακή 20.00.