Στις περίφημες «Μυθολογίες» του ο Ρολάν Μπαρτ αναφέρει πως «οι παλαιστές παραμένουν θεοί, επειδή για μια στιγμή συνιστούν την καθαρή χειρονομία που χωρίζει το καλό από το κακό, παρουσιάζοντας μια μορφή δικαιοσύνης που επιτέλους μπορούμε να κατανοήσουμε και να ασπαστούμε». Αυτό ακριβώς ήταν και ο Μπαντ Σπένσερ για το κοινό του, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’70, απολαμβάνοντας τέτοια δημοτικότητα που έμεινε στο προσκήνιο για δέκα και πλέον χρόνια. Κάποιοι ίσως και να τον θυμάστε σε μια διαφήμιση τσιχλόφουσκας, ντουμπλαρισμένη στα ελληνικά. Και πολλοί πιτσιρικάδες εκείνα τα χρόνια σε Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα αλλά και Αυστραλία (οι χώρες στις οποίες είχε και το μεγαλύτερο σουξέ) έκαναν ουρές για να απολαύσουν τις γροθιές του.
Γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1929 στη Σάντα Λουτσία της Νάπολι για να μετακομίσει αργότερα με την οικογένειά του στη Ρώμη. Η πρώτη μεγάλη αγάπη του ήταν το κολύμπι καθώς ήταν ο πρώτος ιταλός κολυμβητής που έκανε σε λιγότερο από ένα λεπτό τα 100 μέτρα –θυμίζοντάς μας την πορεία ενός προγενέστερου σταρ, του μυώδους Τζόνι Βάισμιλερ, που επίσης διέπρεψε πρώτα ως κολυμβητής και μετέπειτα ως Ταρζάν στη μεγάλη οθόνη. Το αληθινό του όνομα ήταν Κάρλο Πεντερσόλι και όταν χρειάστηκε να σκαρφιστεί ένα αμερικανικό ψευδώνυμο, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, πάντρεψε τον αγαπημένο του ηθοποιό με την μπίρα της προτίμησής του. Ετσι, από τον Σπένσερ Τρέισι και την Budweiser προέκυψε ο Μπαντ Σπένσερ!
Μετά τον πρώτο του ρόλο στο «Quo Vadis» του 1951, ο Σπένσερ δούλεψε σε μικρές παραγωγές, μέχρι που συνάντησε τον Μάριο Τζιρότι ο οποίος μόλις είχε εφεύρει το δικό του ψευδώνυμο: Τέρενς Χιλ. Μαζί γοήτευσαν τα πλήθη –μια επιτυχία ανεξήγητη για πολλούς, μιας και κανείς δεν μπόρεσε να την επαναλάβει. Από τη μια ο Τέρενς Χιλ γαλανομάτης, λεπτός και ευλύγιστος, σχεδόν αγγελικός στην όψη αλλά με βλέμμα πάντα πονηρό. Και από την άλλη, ο Σπένσερ, μονίμως συνοφρυωμένος, απειλητικός αλλά σταθερά καλόκαρδος. Πρώτη τους ταινία, ένα γουέστερν – σπαγκέτι: «Ο Θεός συγχωρεί, εγώ όχι!» του 1968.

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ. Περνώντας από το γουέστερν στην αστυνομική περιπέτεια ή ακόμα και στην κωμωδία εποχής, οι δυο ηθοποιοί έχτισαν μια καριέρα με φάρσες, κατεδαφίσεις και ξύλο. Πολύ ξύλο. Το ελληνικό κοινό παθαίνει αμόκ και οι ταινίες τους αγοράζονται ξανά και ξανά, πολλές φορές δυο και τρεις φορές! Για παράδειγμα, το «Piu forte ragazzi» του 1972 κυκλοφόρησε στις αίθουσες πρώτα με τον τίτλο «Ξύλο με τη σέσουλα», μετά με τον τίτλο «Ελα να φας το ξύλο της χρονιάς σου» και εντέλει για να μην επαναλαμβάνονται οι διανομείς την τιτλοφόρησαν «Θα τα κάνουμε γυαλιά – καρφιά» για μια τελευταία γύρα επτά χρόνια μετά.
Και οι ελληνικοί τίτλοι που ακολούθησαν ήταν εξίσου χαριτωμένοι: «Δύο Τρινιτά, δέρνουμε ξανά!» (1972), «Το νου σας και σας φάγαμε» (1974), «Ελάτε να σας δείρουμε» (1977), «Κάντε το σταυρό σας, ερχόμαστε» (1981). Μοναδικά όπλα οι γροθιές τους: Αν εξαιρέσει κανείς τα γουέστερν-σπαγκέτι σπανίως έπεφτε πιστολίδι στις κοινές τους εμφανίσεις. Αλλωστε, ο ίδιος ο Μπαντ Σπένσερ είχε πλέον καταγραφεί στη συνείδηση των θεατών ως μια δύναμη της φύσης. Τα χέρια του αρκούσαν. Και όταν η κινηματογραφική του καριέρα άρχισε να ατονεί, ο ίδιος δεν σταμάτησε να εργάζεται για το σινεμά, δουλεύοντας πίσω από τις κάμερες, υπογράφοντας σενάρια αλλά και συνθέτοντας μουσική. Ενδιαμέσως άνοιξε μια αεροπορική εταιρεία, ενώ το 2010 βραβεύτηκε (μαζί με τον Τέρενς Χιλ) από την Ιταλική Ακαδημία Κινηματογράφου για τη συνολική προσφορά του στο σινεμά της χώρας του. Ο αξέχαστος Μπαντ Σπένσερ, όπως ήταν για όλους εμάς το πραγματικό του όνομα, πέθανε προχθές στη Ρώμη σε ηλικία 86 ετών. Ο γιος του δήλωσε: «Δεν υπέφερε καθόλου, ήμασταν όλοι δίπλα του. Η τελευταία του λέξη ήταν ευχαριστώ».
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.