ΕΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ- Ή ΚΑΠΟΙΑ
- ΝΑ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ
Ή ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ, ΤΟ ΠΙΘΑΝΟΤΕΡΟ
ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΕΝΟΧΛΟΥΜΑΣΤΑΝ
Το να διακηρύξει κάποιος δημόσια ότι τον γοητεύουν όχι τα πρόσωπα αλλά οι ιδέες, οι πολιτικές πρακτικές, οι προθέσεις, τα σχέδια και οι πράξεις των ηγετών του φασισμού, θα τον κατέτασσε αυτόματα σε εκείνη τη μειοψηφία των ακροδεξιών που θεωρούνται μάλλον ως ηθικό στίγμα παρά ως πολιτική παρουσία στις ευρωπαϊκές μας κοινωνίες. Ακόμα και διάσημοι νοσταλγοί ή οπαδοί της φασιστοναζιστικής θεωρίας παίρνουν τις αποστάσεις τους από τους «πρώτους διδάξαντες» κάθε φορά που επιθυμούν να διεκδικήσουν έναν πιο κεντρικό πολιτικό ρόλο.

Πραγματικά, από όλα τα πολιτικά κινήματα, από όλα τα ρεύματα ιδεών που παρήλασαν στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας, ο φασισμός ήταν το λιγότερο γοητευτικό. Η σκοτεινή του εικόνα δεν είναι αποκλειστικά και μόνο προϊόν των μεταπολεμικών χρόνων όταν, μετά τη στρατιωτική ήττα του Άξονα και την αποκάλυψη των εφιαλτικών πτυχών της κυριαρχίας του, το κίνημα αυτό τοποθετήθηκε επάξια στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ακόμα και στις πρώτες του φάσεις, ο φασισμός είχε ως εξωτερικά του γνωρίσματα τη βία, την επιθετικότητα, το αίμα, τη διάκριση των ανθρώπων σε πολυποίκιλες κατηγορίες, την επαγγελία της ανωτερότητας των εκλεκτών και της εξόντωσης των «υπανθρώπων», τη λατρεία του πολέμου και του θανάτου.

«Viva la Μuerte» (Ζήτω ο θάνατος!)

ήταν το σύνθημα των μελανοχιτώνων του Μουσολίνι και των φαλαγγιτών της Ισπανίας και οι νεκροκεφαλές έδιναν και έπαιρναν στον πολιτικό και πολεμικό συμβολισμό των οπαδών του. Όση καλή θέληση και να είχε κανείς, μια τέτοιας μορφής παρουσία δεν καθιστούσε αυτοδίκαια συμπαθές το φασιστικό κίνημα. Η γοητεία που ασκούσε έμοιαζε με εκείνη του βρικόλακα.

Για όλους αυτούς τους λόγους το βιβλίο του Σπύρου Μαρκέτου αποτελεί για τον σημερινό αναγνώστη μια έκπληξη

Σπύρος Μαρκέτος

ΠΩΣ ΦΙΛΗΣΑ ΤΟΝ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Α΄ ΤΟΜΟΣ: 1921- 1932

ΕΚΔ. ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ, 2006, ΣΕΛ. 364, ΤΙΜΗ: 23 #

ταυτόχρονα και μια αποκάλυψη. Ο συγγραφέας με εξαιρετικά γλαφυρό και πειστικό τρόπο περιγράφει τη γοητεία που άσκησε ο φασισμός στις πολιτικές ελίτ της χώρας μας σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Η πυκνή παρουσία των φασιστικών ιδεών στην ελληνική πολιτική ζωή του μεσοπολέμου δεν ήταν το αποτέλεσμα ύπαρξης ενός συγκροτημένου και ισχυρού φασιστικού κινήματος, στο περιθώριο ή στο επίκεντρο της πολιτικής- κοινοβουλευτικής- ζωής της χώρας. Τέτοιου είδους κινήματα δεν πήραν ποτέ αξιοσημείωτες διαστάσεις στη χώρα, με την εξαίρεση ίσως της περίφημης Τρία Έψιλον (Εθνική Ένωσις Ελλάς) που διακρίθηκε με θλιβερό τρόπο στη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αντίθετα, όμως, πολλές φασιστικές θεωρίες και πρακτικές υιοθετήθηκαν από όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους της χώρας, με την εξαίρεση φυσικά των κομμουνιστών και λίγων δημοκρατικών, αριστερών πολιτικών. Ο πειρασμός δε ως προς την εφαρμογή ενός καθεστώτος φασιστικού τύπου ήταν εξαιρετικά έντονος τόσο στους Λαϊκούς όσο και στους Φιλελεύθερους σε διάφορες περιστάσεις και καταστάσεις.

Η προϊστορία
Στον πρώτο τόμο του βιβλίου του Σπύρου Μαρκέτου, αυτή η προδιάθεση αναλύεται και παρακολουθείται στην Ελλάδα της περιόδου 1920- 1932. Δεν πρόκειται για μια περίκλειστη στον χρόνο και στον χώρο αφήγηση. Σε κάθε σημείο υπάρχει το στοιχείο της εξέλιξης όπως και το στοιχείο της σύγκρισης. Η προϊστορία των φαινομένων, οι πρόδρομες ιδεολογίες, οι πρόδρομες πρακτικές αν θέλετε, δεν εντάσσονται σε ένα σχήμα γραμμικής εξέλιξης, αλλά οροθετούν τον χώρο πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν οι μετέπειτα ιδέες και πρακτικές. Το πέρασμα από τον πολύμορφο εθνικισμό των αρχών του περασμένου αιώνα στις αναταράξεις του «διχασμού» και στις ακόμα μεγαλύτερες του μικρασιατικού πολέμου αλληλοσυνδέονται όχι ως νομοτελειακή ενότητα αλλά ως εξωτερικά γνωρίσματα μιας βαθύτερης πολιτικής αντίληψης, η οποία παράγει φαινόμενα μέσα στην εκάστοτε φόρμα που οι περιστάσεις, οι ιστορικές συγκυρίες, διαμορφώνουν.

Έπειτα η Ελλάδα ποτέ δεν εκλαμβάνεται ως ένας ξεχωριστός τόπος, απομονωμένος από τα όσα συμβαίνουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι συγκρίσεις με ανάλογα φαινόμενα σε άλλες χώρες είναι πυκνές και οξυδερκείς προσδιορίζοντας τα όμοια χαρακτηριστικά και τονίζοντας τις διαφορές που υπάρχουν. Για να γίνει αυτό δυνατό δεν αρκεί η γνώση της ευρωπαϊκής ιστορίας, την οποία ο συγγραφέας διαθέτει με το παραπάνω. Χρειάζεται κάτι περισσότερο: η καλή γνώση της θεωρητικής «γραμματείας», των έργων που αναλύουν το φασιστικό φαινόμενο και προσπαθούν να το σχηματοποιήσουν, να ταξινομήσουν τα επιμέρους στοιχεία του σε ένα γενικό θεωρητικό σχήμα. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί μια εξαιρετικά χρήσιμη περιπλάνηση ανάμεσα στις θεωρήσεις του φασιστικού φαινομένου έτσι όπως οι πλέον σημαντικοί των μελετητών του τις έχουν διατυπώσει. Δεν είναι συχνό φαινόμενο στην απόκεντρη χώρα μας να προσεγγίζονται ακαδημαϊκά τα θέματα της εθνικής μας ιστορίας με τέτοιο κοσμοπολίτικο τρόπο.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από