Η λογοτεχνική παράδοση είναι κατάσπαρτη με ιδιοφυείς ή λιγότερο ιδιοφυείς τρελούς. Από τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες στον πρίγκιπα Μίσκιν του Ντοστογέφσκι, από τον Καντίντ στον Φόρεστ Γκαμπ και τη Ραραού του δικού μας Μάτεσι, περνώντας από ποικίλους ήρωες του Φόκνερ στον βαθύ αμερικανικό Νότο, η χρήση έκκεντρων ως προς την κυρίαρχη λογική πρωταγωνιστών προσφέρει πολλαπλές αφηγηματικές δυνατότητες. Φωτίζει το μη συνειδητό, εξερευνά το άλογο, ανατρέπει τις κυρίαρχες δομές, διερευνά το υπόστρωμα των μύθων, αμφισβητεί τις κατεστημένες αξίες και το κυριότερο προσφέρει άπειρες δυνατότητες ως προς την πλοκή. Αν προσθέσουμε σε αυτή την παράδοση την κατασκευή μη ενηλίκων ηρώων με κυρίαρχα παραδείγματα τον Τομ Σόγερ, τον Χόκλμπερι Φιν και αργότερα τον Φύλακα στη Σίκαλη, θα αποκτήσουμε μια ευρύτερη εικόνα για τις δυνατότητες που παρέχει η «πνευματική ενηλικίωση» σε ευφάνταστους δημιουργούς.
Ετσι κι εδώ, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων. Ο Καναδοαμερικανός Αντουάν Γουίλσον (γεν. 1971) χρησιμοποιεί ως πρωτοπρόσωπο αφηγητή τον Οπεν Πόρτερ, έναν καθ’ ομολογίαν του αργόστροφο εικοσιοκτάχρονο που νοσηλεύεται στην εντατική του νοσοκομείου της γενέτειράς του Μαδέρα, στην κεντρική Καλιφόρνια. Αυτός ο Πόρτερ λοιπόν παίζει συχνά το ρόλο του τρελού του χωριού, αποδέχεται τα πειράγματα των συμπολιτών του που τον αποκαλούν «δήμαρχο» (ακόμη και ο ίδιος ο δήμαρχος), ζει με περιστασιακές δουλειές και θελήματα, περιθάλπει τον πατέρα του, ποδηλατεί με πάθος από και προς την πόλη αφήνοντας τις σκέψεις και ιδέες του να εκτυλίσσονται προς τα μπρος, δεν καταλαβαίνει γιατί οι άνθρωποι βλέπουν τηλεόραση, και ανακαλύπτει κάθε τόσο τις ομορφιές της πλάσης γύρω του κάνοντας και μας να τις δούμε με μια φρέσκια ματιά. Ο Οπεν Πόρτερ είναι με δυο λόγια ανοιχτός στον κόσμο (το όνομα του εκεί παραπέμπει άλλωστε) γι’ αυτό και κουβαλάει πάντα μαζί του ένα ζευγάρι κιάλια.
Το σκάνδαλο
Ταυτόχρονα είναι εξαιρετικός ακροατής. Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι έχει πολλά να πει στους συνανθρώπους του αλλά ακούει με εξαιρετική προθυμία όσους συναντά στον δρόμο του και θέλουν να του εμφυσήσουν τη φιλοσοφία τους για τη ζωή. Οταν μια μέρα βρίσκει τον πατέρα του νεκρό στο πάτωμα του σπιτιού τους, αποφασίζει, μεθερμηνεύοντας τις επιθυμίες του, να τον θάψει στην πίσω αυλή δίπλα στα κυνηγόσκυλά του. Οπως είναι φυσικό προκαλείται σκάνδαλο, εμφανίζονται τα κανάλια, παρεμβαίνει η αστυνομία, το πτώμα ξαναθάβεται με τις επίσημες διαδικασίες και ο ήρωάς μας σώζεται από περαιτέρω ταλαιπωρίες από την αστυνόμο Μαρία (ένα από τα ονόματα με σαφείς χριστιανικούς συμβολισμούς που παρελαύνουν στο βιβλίο). Τότε εμφανίζεται η θεία του και αδελφή του πατέρα του Λιζ που θεωρώντας ότι δεν μπορεί να φροντίσει μόνος τον εαυτό του τον προσκαλεί στο Πανοράμα Σίτυ, μια κοινότητα στις παρυφές του Λος Αντζελες, που βρίσκεται σε παρακμή μετά την μεταπολεμική της άνθηση, και που τον εκπλήσσει καθώς τίποτα δεν την διαχωρίζει από το αχανές πολεοδομικό σύμπλεγμα των αλλεπάλληλων πόλεων, οικισμών και αυτοκινητοδρόμων. Ο Οπεν αποδέχεται την πρόσκληση προκειμένου να γίνει «άνθρωπος του κόσμου» και είναι αυτός ο στόχος που τον κινεί στη συνέχεια. Η θεία Λιζ τού βρίσκει δουλειά σ’ ένα φαστφουντάδικο, τον πάει σε ψυχολόγο για να επεξεργασθεί τον πόνο από τον χαμό του πατέρα του, τον εισάγει σε μια χριστιανική αδελφότητα, ενώ ο ίδιος έχει γνωρίσει έναν ψιλοαπατεώνα φιλόσοφο στη διάρκεια του ταξιδιού του και μια ελκυστική μέντιουμ, την οποία και ερωτεύεται. Ολοι προσπαθούν να του εμφυσήσουν τα έκκεντρα ιδεώδη τους, όλοι ασκούν πάνω του μια κάποια επίδραση αλλά και όλοι μοιάζουν προδομένοι από τη ζωή, γεμάτοι κούφιες ιδέες και με ασαφείς στοχεύσεις.
Η ευχαρίστηση
Ο Οπεν Πόρτερ είναι ωστόσο πάνω απ’ όλα εμπειριστής και είναι η πράξη αυτή που του δίνει ευχαρίστηση. Καθόλου κουτός όπως τον θέλουν οι κυρίαρχες αντιλήψεις, ακούει τα πάντα, βλέπει τα κοινότυπα πράγματα με φρέσκια ματιά, προσφέρει πολύ περισσότερα από αυτά που του ζητούνται και στοχάζεται πάνω στις ανεπιθύμητες παρενέργειες των πράξεων της ανθρωπότητας. Οταν, λόγου χάριν, με δική του πρωτοβουλία αποφασίζει να συλλέγει τα σκόρπια καροτσάκια τροφίμων και να τα επιστρέφει στα σουπερμάρκετ, αντιλαμβάνεται ότι στερεί δουλειά από άλλους. Οταν θέλει να βελτιώσει τις τηγανητές πατάτες στο φαστφουντάδικο, προκαλείται σκάνδαλο αλλά αργότερα ανταμείβεται γι’ αυτό με τον τίτλο του υπαλλήλου του μήνα. Οταν αποφασίζει να περιθάλψει κρυφά στο σπίτι της θείας του τον «φιλόσοφο – απατεωνίσκο» που συνάντησε καθ’ οδόν, καταλήγει να συλληφθεί ως ληστής. Και ο ήρωάς μας αποφασίζει με τα πολλά, ύστερα από 40 μέρες στην έρημο της μεγαλούπολης, να επιστρέψει ως κοσμοπολίτης πια στην αγροτική Μαδέρα όπου ανήκει.
Εκεί τα πράγματα θα επιταχυνθούν. Οταν οι παιδικοί του φίλοι θα κατευθύνουν πάνω του το φορτηγάκι τους την ώρα που ποδηλατεί, δεν θυμάται πια –ως άνθρωπος του κόσμου που κατάφερε να γίνει –πως σύμφωνα με τους κανόνες του πατροπαράδοτου παιγνιδιού τους οφείλει να τους αποφύγει πηδώντας στο χαντάκι, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο νοσοκομείο. Εκεί είναι που θα αρχίσει την αφήγηση της οποίας γινόμαστε αποδέκτες. Πιστεύοντας εκ λάθους ότι δεν θα βγάλει τη νύχτα, υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του σε δέκα κασέτες της χριστιανικής αδελφότητας όπου είχε ενταχθεί και που περιείχαν τον λόγο του Κυρίου. Ο δικός του λόγος εγγράφεται λοιπόν πάνω στον θείο λόγο, με αποδέκτη τον αγέννητο ακόμη γιο του, τον οποίο κυοφορεί η καλότροπη συμβία του και πρώην εκδιδόμενη Κάρμεν, που λαγοκοιμάται δίπλα του στο κρεβάτι του πόνου. Οταν πια ξημερώνει, οι κασέτες έχουν ολοκληρωθεί, διάσπαρτες με συμβουλές, αποστάγματα σοφίας, παραινέσεις και ένα είδος ηθικολογίας που αντιστρατεύεται τις όποιες χιουμοριστικές σελίδες του βιβλίου. Ευτυχώς, μαθαίνουμε με ανακούφιση ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση, ότι ο ζαβός ήρωάς μας θα ζήσει έστω και ύστερα από ταλαιπωρίες, έστω και φέροντας τον Σταυρό, τείνοντας πάντα ευήκοον ους στις αμαρτίες του κόσμου.
Η ασάφεια
Το βιβλίο διαθέτει τρυφερότητα και ενίοτε χιούμορ, φρεσκάδα και μια ανανεωμένη συνθήκη της ύπαρξης όπου ο συγγραφέας μάς καλεί να αναζητήσουμε το καλό μέσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Ατυχώς αυτό το καλό δεν προκύπτει με ευκολία. Η μικρόνοια, η επιθετικότητα και η αίσθηση της αποτυχίας κυριαρχούν στα ανθρώπινα όντα (με ολίγες εξαιρέσεις κυρίως μεταξύ των γυναικών του βιβλίου). Επιπλέον το φιλοσοφικό μήνυμα παραμένει ασαφές. Ο Γουίλσον αξιοποιεί τα κελεύσματα της πολιτικής ορθότητας –φέρ’ ειπείν την αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας, την αγάπη της φύσης και την απόδοση ευγενών ιδιοτήτων στα λεγόμενα «άτομα με ειδικές ανάγκες» –αλλά η κριτική του στον κυρίαρχο λόγο παραμένει επιφανειακή. Επιφανειακό παραμένει και το ίδιο το σενάριο, παρά τις ευκαιρίες που προσφέρει η προσπάθεια ένταξης ενός ζαβού αγροτόπαιδου σε μια αχανή μεγαλούπολη όπως το Λος Αντζελες, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Αυτό που απομένει είναι ένα καλόγνωμο χριστιανικό μήνυμα για τους φτωχούς τω πνεύματι, που είναι ωστόσο ικανοί να αμφισβητήσουν με τις εύλογες απορίες τους το ίδιο το χριστιανικό δόγμα. Ετσι πάντως αντί λυτρωτικής κωμωδίας προκύπτει μια συμπαθής ηθογραφία, άριστα μεταφρασμένη από την Αργυρώ Μαντόγλου.

Antoine Wilson

Πανοράμα Σίτυ

Μτφ. Αργυρώ Μαντόγλου,

Επιμ. Βικτωρία Λέκκα

Εκδ. Αλεξάνδρεια 2015,

Σελ. 255, τιμή: 12 ευρώ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.