Η προεκλογική εκστρατεία έχει πρακτικά ξεκινήσει. Θα κρατήσει από τρεις έως εννιά μήνες – το πόσο δεν θα το κρίνει τίποτε άλλο εκτός από τις πρώτες σφυγμομετρήσεις του Σεπτεμβρίου. Η εκδοχή των εκλογών στο τέλος της τετραετίας ενέχει θεσμική συνέπεια. Αν και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν συνταγματικές δεσμεύσεις (όπως στη Νορβηγία ή την Ελβετία, όπου δεν προβλέπονται καν πρόωρες εκλογές) για το πότε μπορεί μια κυβέρνηση να προσφύγει στις κάλπες, μια πρακτική εξάντλησης της τετραετίας προσθέτει στην πολιτική σταθερότητα. Από την άλλη πλευρά, μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος θα επιδεινώσει τις γνωστές παθογένειες: η κυβέρνηση θα είναι όλο και πιο ευάλωτη σε πιέσεις και οι ομάδες πίεσης θα το ξέρουν και θα το εκμεταλλευθούν.
Ταυτόχρονα, η αντιπολίτευση θα επιδίδεται σε μια πλειοδοσία υποσχέσεων που θα πολλαπλασιάζονται καθώς η κυβέρνηση θα ενδίδει, ενώ θα αναπτύσσεται και ένας εσωτερικός ανταγωνισμός εξαγγελιών, κυρίως ανάμεσα σε κόμματα που διεκδικούν μια προοπτική εξουσίας – κυρίως ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ.
Οχι μόνο αυτό. Οσο πιο πολύ διαρκεί η προεκλογική ατμόσφαιρα, τόσο πιο τοξική θα γίνεται. Με τα θέματα ηθικής και διαφθοράς να διαπιστώνονται ως μαλακό υπογάστριο της ΝΔ σε όλες τις δημοσκοπήσεις, είναι εύλογη και αναμενόμενη τόσο η ένταση της προβολής τους από το σύνολο των άλλων κομμάτων, όσο και η προσπάθεια αντεπίθεσης σε ανάλογους τόνους.
Το πρώτο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο ήταν ο ενθουσιασμός και η επιθετικότητα με τις οποίες αντιμετώπισε το κυβερνητικό στρατόπεδο το γεγονός ότι παραπέμπονται μόνο τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της (ο ένας πρώην γραμματέας του κόμματος) και επειδή η δίωξη είναι για αδικήματα πλημμεληματικού και όχι κακουργηματικού χαρακτήρα. Βέβαια, ο κ. Μητσοτάκης (σε μία από τις καλύτερες κοινοβουλευτικές στιγμές του) είχε ορθότατα αρνηθεί να ακούσει ομιλία του Νίκου Παππά ως αρχηγού, επειδή είχε καταδικαστεί για παράβαση καθήκοντος – το γνωστό 13-0. Κι αυτή η καταδίκη, για πλημμέλημα ήταν – αλλά αυτό δεν μειώνει την πολιτική της βαρύτητα. Η ανάσυρση από έναν «ελεύθερο σκοπευτή» της υπόθεσης Novartis και, προπάντων, η εκκρεμότητα μιας δίκης για τις υποκλοπές που στοιχειώνει το Μέγαρο Μαξίμου δείχνουν σε ποιο ακριβώς κλίμα θα φτάσουμε έως τις κάλπες.
Αυτό θα είναι το μοτίβο από εδώ και πέρα: πλειοδοσία και τοξικότητα. Δεν υπάρχει ούτε τρόπος ούτε ενδεχόμενο να το αποφύγουμε. Η πίεση για το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης είναι αφόρητη για όλα τα κεντρικά πρόσωπα και όλα τα κόμματα, μεγάλα και μικρότερα. Η αυτοσυγκράτηση είναι εύκολη συμβουλή για όσους δεν διακυβεύουν την πολιτική τους μοίρα στην προσεχή κάλπη.
Υπάρχει όμως ένα όριο. Ποιο είναι; Πριν από λίγες μέρες, την παραμονή της ανάληψης της πρωθυπουργίας της Βρετανίας από τον Αντι Μπέρναμ, ο πιο διακεκριμένος οικονομικός αναλυτής, ο Μάρτιν Γουλφ των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», του έδωσε μια συμβουλή: «Μια χώρα με χαμηλό δείκτη εθνικής αποταμίευσης και σημαντικό δομικό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, που ταυτόχρονα θεωρείται κάπως ασταθής πολιτική, δεν έχει τη δυνατότητα να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική της αξιοπιστία». Αν αυτά περιγράφουν τη Βρετανία, σε ποιο βαθμό ισχύουν για την Ελλάδα; Ακόμη κι όταν κερδίζουν τις εκλογές, οι εξαγγελίες στοιχειώνουν τις κυβερνήσεις – ο κ. Τσίπρας το ξέρει καλύτερα από όλους.








