Παρά τις θετικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία πέντε χρόνια, οι περισσότεροι πολίτες αισθάνονται ότι το βιοτικό τους επίπεδο έχει επιδεινωθεί ή δεν έχει βελτιωθεί. Η αντίφαση αυτή έχει μία βασική εξήγηση: τον εισαγόμενο πληθωρισμό, ο οποίος μείωσε σημαντικά την αγοραστική δύναμη των μισθών και των συντάξεων.
Η Ελλάδα αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, η ανεργία υποχώρησε, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και τα δημόσια οικονομικά βελτιώθηκαν. Ωστόσο, η διεθνής ενεργειακή κρίση, οι διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού μετά την πανδημία και, κυρίως, ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσαν πρωτοφανείς αυξήσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, των τροφίμων και των πρώτων υλών. Ως οικονομία με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας και ενδιάμεσων αγαθών, η Ελλάδα εισήγαγε ουσιαστικά ένα μεγάλο μέρος του πληθωρισμού της από το εξωτερικό.
Το αποτέλεσμα ήταν η σημαντική μείωση των πραγματικών εισοδημάτων. Αν και οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν, ιδιαίτερα μετά το 2022, για αρκετό διάστημα οι αυξήσεις αυτές υπολείπονταν του πληθωρισμού. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση έπεσε στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους συνταξιούχους, καθώς δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα, ηλεκτρική ενέργεια και θέρμανση, δηλαδή στις κατηγορίες όπου οι ανατιμήσεις ήταν οι μεγαλύτερες. Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του προβλήματος της «ακρίβειας».
Κατά τη διάρκεια του 2024 και του 2025 η εικόνα άρχισε να βελτιώνεται. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και οι υψηλότερες αυξήσεις των μισθών επέτρεψαν την ανάκτηση μέρους των απωλειών της προηγούμενης περιόδου. Ωστόσο, οι τιμές δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ της κρίσης επίπεδα και η αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών εξακολουθεί να υπολείπεται εκείνης που διέθεταν πριν από την πανδημία. Επιπλέον, μετά την πρόσφατη κρίση στον Κόλπο, ο πληθωρισμός αυξάνεται και πάλι, λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Το βασικό δίδαγμα είναι ότι ο εισαγόμενος πληθωρισμός δεν αντιμετωπίζεται με διοικητικές παρεμβάσεις ή γενικευμένες επιδοτήσεις. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου, ούτε διαθέτει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική ως μέλος της ευρωζώνης. Μπορεί, όμως, να αυξήσει την αντοχή της στις εξωτερικές αυτές διαταραχές.
Πρώτον, απαιτείται επιτάχυνση των επενδύσεων που αυξάνουν την παραγωγικότητα της οικονομίας. Μόνο η υψηλότερη παραγωγικότητα μπορεί να στηρίξει διατηρήσιμες αυξήσεις των πραγματικών μισθών χωρίς να τροφοδοτεί νέο πληθωρισμό.
Δεύτερον, χρειάζεται μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια μέσω επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στην αποθήκευση ενέργειας, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Τρίτον, πρέπει να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, ώστε οι μειώσεις των διεθνών τιμών να μεταφέρονται ταχύτερα στους καταναλωτές. Τέλος, όταν απαιτείται κρατική παρέμβαση για ενίσχυση των εισοδημάτων, αυτή οφείλει να είναι προσωρινή και αυστηρά στοχευμένη προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και όχι οριζόντια.
Η εμπειρία της τελευταίας πενταετίας υπενθυμίζει ότι η ευημερία των νοικοκυριών δεν εξαρτάται μόνο από τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Εξαρτάται κυρίως από τη δυνατότητα των εισοδημάτων τους να αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, υγιή ανταγωνισμό και συνετή οικονομική πολιτική. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για μια διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των ελλήνων πολιτών.
Ο Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών

- Ανταλλαγή πυρών μεταξύ Χούθι και Σαουδικής Αραβίας – Ελληνικοί Patriot αναχαίτισαν βαλλιστικούς πυραύλους και drone
- Ιταλία – Ελλάδα 9-10: Τα highlights της πρόκρισης της «γαλανόλευκης» στον τελικό του World Cup
- Άλκμααρ – Ολυμπιακός 0-2: Ο Κάρμο σκόραρε μετά από άψογη εκτέλεση κόρνερ του Μουζακίτη (vid)







