Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που οι οικονομικές επιλογές μετατρέπονται σε εθνικές επιλογές. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς σε μία από αυτές τις στιγμές. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η Ελλάδα δεν είναι απλώς πώς θα αυξήσει τον ρυθμό ανάπτυξής της. Είναι αν θα συνεχίσει να βασίζει την ευημερία της κυρίως στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες και στις εισαγωγές ή αν θα αποκτήσει ξανά μια ισχυρή παραγωγική βάση, ικανή να δημιουργεί πλούτο, τεχνολογία και εξωστρέφεια.
Το δίλημμα δεν αφορά μόνο την οικονομία. Αφορά τη θέση της χώρας στον κόσμο που διαμορφώνεται.
Για πολλά χρόνια κυριάρχησε η αντίληψη ότι η βιομηχανία ανήκει στο παρελθόν και ότι η εποχή της παγκοσμιοποίησης επέτρεπε στις ανεπτυγμένες οικονομίες να μεταφέρουν την παραγωγή τους αλλού, διατηρώντας στο εσωτερικό μόνο τις υπηρεσίες και την καινοτομία. Η πραγματικότητα διέψευσε αυτή την αισιοδοξία. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ο διεθνής ανταγωνισμός για τις κρίσιμες πρώτες ύλες απέδειξαν ότι όποιος δεν παράγει, αργά ή γρήγορα εξαρτάται.
Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα όλες οι μεγάλες οικονομίες επαναφέρουν τη βιομηχανία στο επίκεντρο των πολιτικών τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρηματοδοτούν μαζικά την επανεγκατάσταση παραγωγικών μονάδων. Η Κίνα συνεχίζει να επενδύει στρατηγικά στη μεταποίηση και στις τεχνολογίες του μέλλοντος. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, μέσα από τη νέα βιομηχανική στρατηγική και τις προτάσεις που ακολούθησαν την Εκθεση Ντράγκι, αναγνωρίζει ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν θα κριθεί μόνο από τους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά από την ικανότητά της να παράγει, να καινοτομεί και να προστατεύει κρίσιμες αλυσίδες αξίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση ως θεατής.
Η χώρα διαθέτει ισχυρές βιομηχανικές επιχειρήσεις, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης και σημαντική εξαγωγική παρουσία σε κλάδους όπως η φαρμακοβιομηχανία, τα μέταλλα, τα δομικά υλικά, τα τρόφιμα και ποτά, τα καλώδια, η ναυπηγοεπισκευή και οι εξειδικευμένες τεχνολογικές εφαρμογές. Αυτές οι επιχειρήσεις αποδεικνύουν καθημερινά ότι η ελληνική παραγωγή μπορεί να σταθεί ισότιμα στον διεθνή ανταγωνισμό.
Κι όμως, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τη βιομηχανία περισσότερο ως έναν ακόμη οικονομικό κλάδο και λιγότερο ως στρατηγικό πυλώνα της χώρας. Δεν έχουμε διαμορφώσει ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο που να συνδέει τη βιομηχανία με την ενεργειακή πολιτική, την εκπαίδευση, την έρευνα, τις υποδομές, την περιφερειακή ανάπτυξη, την άμυνα και τις προμήθειες εν γένει του ελληνικού Δημοσίου. Ετσι, ενώ διαθέτουμε σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, συχνά λειτουργούμε χωρίς κοινή κατεύθυνση.
Η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν θα δοθούν περισσότερες επιδοτήσεις ή αν θα αυξηθούν τα κίνητρα για επενδύσεις. Αυτά είναι χρήσιμα εργαλεία, αλλά δεν συνιστούν στρατηγική. Εκείνο που λείπει είναι ένα σταθερό εθνικό πλαίσιο με ορίζοντα δεκαετίας, το οποίο θα δίνει στις επιχειρήσεις την ασφάλεια να επενδύσουν, στους νέους την προοπτική να δημιουργήσουν και στην πολιτεία τη δυνατότητα να σχεδιάζει με συνέχεια.
Η χώρα χρειάζεται ένα Εθνικό Σχέδιο Βιομηχανικής Αναγέννησης 2035. Οχι ως ένα ακόμη κυβερνητικό πρόγραμμα, αλλά ως μια διαχρονική εθνική συμφωνία.
Αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση όταν η ενέργεια παραμένει ένας από τους βασικότερους παράγοντες αβεβαιότητας για τη βιομηχανία. Σημαίνει επίσης σύγχρονες βιομηχανικές υποδομές, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και αποτελεσματικές μεταφορές που μειώνουν το κόστος και αυξάνουν την εξωστρέφεια.
Η Ελλάδα οφείλει επίσης να επενδύσει συστηματικά σε τομείς που συνδέονται άμεσα με την οικονομική και εθνική της ανθεκτικότητα: τη φαρμακοβιομηχανία, την αμυντική βιομηχανία, τη ναυπηγική, την αγροδιατροφική μεταποίηση, τα προηγμένα υλικά, την εξόρυξη πρώτων υλών, τις ψηφιακές τεχνολογίες και τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για τη βιομηχανία. Οι τομείς αυτοί δεν είναι απλώς ανταγωνιστικοί. Είναι στρατηγικοί.
Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιούμε συχνά τον όρο «παραγωγική ανασυγκρότηση». Αν όμως δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες επιλογές, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη σύνθημα. Παραγωγική ανασυγκρότηση σημαίνει ότι η Ελλάδα αποφασίζει να δημιουργεί μεγαλύτερη αξία μέσα στα σύνορά της. Να σχεδιάζει, να παράγει, να εξάγει και να καινοτομεί περισσότερο.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας. Οχι μόνο για την οικονομία, αλλά για την ίδια την εθνική μας αυτοπεποίθηση.
Οι χώρες που παράγουν έχουν μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας στις επιλογές τους. Οι χώρες που εξαρτώνται από την παραγωγή των άλλων είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις διεθνείς αναταράξεις. Η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες να ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Διαθέτει επιχειρήσεις, ανθρώπους και γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική συνέχεια, θεσμική συνέπεια και μια εθνική στρατηγική που θα αντιμετωπίζει τη βιομηχανία όχι ως έναν ακόμη τομέα της οικονομίας, αλλά ως τον πυρήνα της ανάπτυξης και της ισχύος της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.
Ο Βασίλης Μαγκλάρας είναι τομεάρχης Βιομηχανικής Πολιτικής στην ΕΛΑΣ








