Η τελευταία στήλη της σεζόν πάντα έχει τόνο προσωπικό. Για όσα συνέβησαν, όσα δεν συνέβησαν, όσα δεν έπρεπε να συμβούν. Γέλια, κλάματα, ένα μείγμα που, λίγο πριν από τον τερματισμό, το αναπολείς και χαμογελάς. Γιατί τα κατάφερες και φέτος. Κι ας γίνεται όλο και πιο δύσκολο κάθε χρονιά. Ανατροπές σε ανακατευθύνουν διαρκώς και διαπιστώνεις πως κάθε υπέρβαση που πετυχαίνεις, κόντρα στην κατασκευαστική σου δυσανεξία στην αλλαγή, αποτελεί μια νίκη. Αυτή η χρονιά όμως είχε και αλλαγές δυσβάσταχτες. Τη μόνη μη αναστρέψιμη. Τον θάνατο. Ενός ανθρώπου φωτεινού που απέφευγε συστηματικά τα φώτα. Σε βαθμό, που οι περισσότεροι άκουσαν για εκείνον όταν έφυγε από τη ζωή, εκείνο το πρωινό του Σαββάτου 2 Μαΐου. Λίγοι γνώριζαν ότι ήταν πίσω από την επιτυχία των Zeus n Dione, της μεγαλύτερης ελληνικής αυτοκρατορίας χειροποίητης μόδας, η ήρεμη δύναμη.
Ο Γιάννης Κολοτούρας ήταν ένα παράξενο μείγμα. Υπερβολικά αξιοπρεπής, γνήσια ευγενής, τρυφερός φίλος, Κύριος, βαθιά ενημερωμένος για τα πάντα, πολιτικοποιημένος, με ανεπιτήδευτη περηφάνια και την πιο αληθινή αγκαλιά. Εσωστρεφής. Κυρίως εσωστρεφής. Μια χαζή παρεξήγηση και αυτός ο παιδικός του εγωισμός, μας στέρησαν στιγμές όταν έμαθε για την αρρώστια. Τον μάλωσα για το λίγο που με κράτησε απέξω. Κι όμως, ήταν αισιόδοξος. Θα ακολουθούσε νέα αρχή. Τον πρόλαβε το τέλος. Στο καράβι της επιστροφής από Σύρο, μετά τον τελευταίο αποχαιρετισμό, διάβασα όλα τα sms μας και ξαφνικά παρατήρησα, ανά 2-3 μηνύματα, πάντα η ίδια κατακλείδα, η ίδια διακριτική υπενθύμιση: «Μπορώ να βοηθήσω;», «χρειάζεσαι βοήθεια;». Σε μία εποχή αυτοαναφορικότητας και εγωκεντρισμού ο Γιάννης επέμενε να τρέχει για τους άλλους. Το περιέγραψε και η Μαρέβα Γκραμπόφσκι στον σπαρακτικό της επικήδειο για τον «αδερφό της», «τον Γιάννη της ευγένειας, της καλοσύνης, της ευθύνης». Αλλά και της δύναμης «παρά τις δυσμενείς προβλέψεις και τα χαμηλωμένα βλέμματα των γιατρών».
Μοιάζει τόσο αφύσικο που δεν μπορώ να σε πάρω να με παρηγορήσεις. Τόσο παράξενο που δεν μπορούμε να πάμε τη βόλτα μας να γελάσουμε ξανά. Αυτό θα μου λείψει περισσότερο. Που πια δεν μπορούμε να γελάμε μαζί. Που συμβαίνει κάτι και δεν μπορώ να σε πάρω να στο πω. Που δεν είσαι εκεί να μου δώσεις την ζυγισμένη σου συμβουλή, έτσι χαμηλόφωνα πάντα, κόντρα στα δικά μου μονίμως υψηλά ντεσιμπέλ.
Απόγευμα Τετάρτης, έχουν περάσει δύο μήνες και πετυχαίνω τη Δανάη σου, τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής σου. Πήρα 18 στις εξετάσεις μου λέει, δεν τα πήγα όσο καλά ήθελα και ένιωσα ότι σε άκουσα: «Της λέω να μη διαβάζει τόσο πολύ, είναι άριστη». «Αστο μωρέ το παιδί, είναι φιλόδοξο». «Ναι είναι τέλεια η Δανάη μου» έλεγες και σχηματιζόταν ένα χαμόγελο που υπήρχε μόνο για εκείνη. 13 Ιουλίου, ημέρα των γενεθλίων σου. Ανταλλάζω μηνύματα με τη Μιμίκα, αναλογίζομαι την τιτάνια μάχη που έδωσε για σένα. «Το κενό είναι τεράστιο, εμείς δεν ήμασταν συνηθισμένα αδέρφια», μου γράφει. Θυμάμαι τη σφιχτή αγκαλιά της μαμάς σου της κυρίας Σταματούλας, το σπαρακτικό της βλέμμα, τη συντριβή. Παίρνω την Ελένη, κλαίμε μαζί, αναπολούμε στιγμές στην Τάκη, όταν δοκίμαζα ρούχα στο υπόγειο, έκανα παρατηρήσεις και γελούσαμε. Τώρα πια δεν έχει γέλια.
«Στείλε μου το άρθρο σου να το διαβάσω». Πόσο πονάει που δεν μπορώ να σου στείλω αυτό. «Ξέρεις εμείς οι αντικοινωνικοί δεν βάζουμε εύκολα ανθρώπους στη ζωή μας, αλλά όταν το κάνουμε είναι για πάντα», λέγαμε. Μου την έσκασες σε αυτήν. Καλή αντάμωση στην επόμενη αγαπημένε μου Γιάννη. Καλό ταξίδι στις θάλασσες της Σύρου, που τόσο αγαπούσες.








