Το φθινόπωρο ή την άνοιξη; Πότε θα γίνουν οι εκλογές; Κάποιες ημέρες ο κύκλος των «καλά πληροφορημένων» μεταδίδει με βεβαιότητα ότι οι κάλπες θα στηθούν μια από τις δύο πρώτες Κυριακές του Οκτωβρίου. «Μην ακούς τι δηλώνει», λένε. «Δες τι κάνει. Η αναθεώρηση του συντάγματος έγινε φαστ-τρακ και οι εκκρεμότητες κλείνουν, ώστε να έχει λυμένα τα χέρια όταν ανέβει στη ΔΕΘ». Αλλες ημέρες, το ρεπερτόριο αλλάζει. «Δεν παίζει ο Οκτώβριος. Κερδίζει έδαφος το σενάριο της άνοιξης στο Μαξίμου. Τα άλλα που ακούγονται είναι παγίδα στον Σαμαρά, να βγει νωρίτερα στο ξέφωτο». Κουβέντες του καλοκαιρινού αέρα. Πίσω από τις οποίες, όμως, σαν γραμμένες στην πέτρα, επαναλαμβάνονται δύο ακλόνητες βεβαιότητες.

Η μία είναι πως η απόφαση θα είναι αποκλειστικά και προσωπικά δική του, του Πρωθυπουργού. «Θα διαβάσει τις αναλύσεις του Λιβάνιου, θα ακούσει τη Μαρέβα, αλλά θα αποφασίσει μόνος του». Και η δεύτερη, πως την απόφαση θα την πάρει τελικά με ένα και μόνο κριτήριο. Τι συμφέρει και τι δεν συμφέρει εκλογικά· τον ίδιο και το κόμμα. Εκείνος, με τη δική του ζυγαριά θα μετρήσει πόσο ρίσκο έχει η αναμονή ως την άνοιξη – με την οικονομική, κοινωνική και δικαστική αβεβαιότητα του χειμώνα – και πόσο η επίσπευση τον Οκτώβριο. Στάθμιση πολιτικού κινδύνου, με προσωπικά και κομματικά κριτήρια.

Η επανάληψη των αξιωμάτων τα κάνει να ακούγονται περίπου ως αυτονόητα· αλλά δεν είναι. Σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, η πρόωρη διεξαγωγή εκλογών είναι απλώς αδύνατη – όπως στη Νορβηγία ή στη Βρετανία μέχρι να αλλάξει ο νόμος το 2022. Σε κάποιες άλλες υπάρχουν περιορισμοί – όπως στη Γερμανία, όπου, για να προκηρυχθούν από τον πρόεδρο εκλογές, πρέπει ο καγκελάριος να έχει χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ή και στην Ιταλία, όπου ο πρόεδρος, πριν διαλύσει τη Βουλή, δικαιούται να αναζητήσει εναλλακτικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Σε άλλες, η εισήγηση του πρωθυπουργού δεσμεύει τον πρόεδρο ή τον βασιλιά, κατά περίπτωση. Μα πουθενά η διάλυση της Βουλής και οι πρόωρες εκλογές δεν είναι τόσο εύκολες όσο εδώ. Ενα, απαλλαγμένο πρακτικά, ακόμη και από μια στοιχειώδη υποχρέωση αιτιολόγησης, προνόμιο του πρωθυπουργού.

Το προνόμιο είναι, βέβαια, συμβατό με τον τρόπο που λειτουργεί, συνολικά, το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το πρότυπο διακυβέρνησης, που καθιερώθηκε να ονομάζεται «πρωθυπουργοκεντρικό», δίνει στον πρωθυπουργό δεσπόζουσα θέση. Στην πράξη, ελέγχει απόλυτα την κυβέρνηση, η οποία δεν λειτουργεί ως συλλογικό όργανο, αλλά ως σύνολο εντεταλμένων του αρχηγού, με τον φάκελό του ο καθένας.

Ελέγχει απόλυτα το κόμμα (όσο τουλάχιστον ελέγχει απόλυτα τις εκλογικές του λίστες), αλλά και τη Βουλή, όπου η νομοθετική πρωτοβουλία είναι αποκλειστικά κυβερνητική, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, προσχηματικός ή απροσχημάτιστα εξουδετερωμένος, και η πλειοψηφία, πειθαρχημένη (όσο, τουλάχιστον, τα μέλη της διατηρούν ελπίδες επανεκλογής). Το κρισιμότερο: οι πράξεις του ίδιου και των υπουργών του, σπανίως απειλούνται με έναν ενοχλητικό έλεγχο από την ανεξάρτητη (αλλά πολύ σεβαστική) Δικαιοσύνη ή από τις ανεξάρτητες Αρχές, που πρέπει να μην κάνουν ενοχλητική χρήση της ανεξαρτησίας τους, αν θέλουν να τη διατηρήσουν. Σε αυτό το περιβάλλον, είναι απολύτως κατανοητή η ιερή οργή με την οποία αντιμετωπίζεται και καταγγέλλεται, ως πολιτικά υποκινούμενο, αυτό το νέο φρούτο που ήρθε να διασαλεύσει την τάξη και τα χρηστά πολιτικά ήθη – η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η αιτιολόγηση είναι πάντοτε η ταχύτητα των αποφάσεων και η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με τόσο γρήγορους ρυθμούς και με τόσες νέες και απρόβλεπτες απειλές – λένε – η κυβέρνηση δεν μπορεί να χάνει χρόνο σε διαβουλεύσεις (εσωτερικές της, πολύ περισσότερο με άλλους κυβερνητικούς εταίρους) ούτε να την καθυστερούν αργόσυρτες διαδικασίες και περιττοί έλεγχοι. «Οι κυβερνητικές συνεργασίες βλάπτουν και τα αντίβαρα στην εκτελεστική εξουσία τη βαραίνουν, όταν εκείνη πρέπει να τρέξει, για το κοινό καλό, όσο πιο γρήγορα μπορεί». Σύμφωνοι, αλλά ποιος ορίζει το «κοινό καλό»;

Ποιος βεβαιώνει ότι η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα υπηρετούν έναν θεμιτό στόχο και τον υλοποιούν με συμβατά μέσα; Για κάθε θαύμα της Σιγκαπούρης παραμονεύουν δεκάδες παραδείγματα «μεγάλων αλμάτων» που, γρήγορα και αποτελεσματικά, οδήγησαν χώρες στην καταστροφή. Και για κάθε μεγάλο έργο ή μεταρρύθμιση που, απαλλαγμένη από τη βάσανο του ελέγχου, μια κυβέρνηση τελειώνει γρήγορα, υπάρχουν δεκάδες παραδείγματα όπου η απουσία ελέγχου γιγάντωσε τη διαφθορά και μηδένισε την κοινωνική αξία του έργου.

Παλιά συζήτηση, που έχει κλείσει από καιρό και δεν έχει νόημα να την ξανανοίξουμε. Αξίζει, όμως, να δούμε τις συγκεκριμένες συνέπειες του αρχηγικού προνομίου στο συγκεκριμένο πεδίο της αέναης φιλολογίας περί πρόωρων εκλογών. Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός έχει τόσο μεγάλη ελευθερία κινήσεων, ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή και με όποια αφορμή, ή χωρίς καν αφορμή, να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, έχει κόστος. Η συζήτηση που τώρα φούντωσε για τον χρόνο των εκλογών, θυμάμαι να ξεκίνησε από τις πρώτες ημέρες του 2024, επτά – οκτώ μήνες από τις προηγούμενες εκλογές. Κι ας είχε δώσει ο συγκεκριμένος πρωθυπουργός θεσμικό δείγμα γραφής, διαψεύδοντας την αντίστοιχη φιλολογία κατά την προηγούμενη, την πρώτη του τετραετία.

Αυτό που ήταν τότε απλή σεναριολογία, τώρα είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Τα σενάρια έχουν πραγματικές, μετρήσιμες συνέπειες. Στο πεδίο της οικονομίας, αποφάσεις αναβάλλονται, επιχειρηματικά ρίσκα δεν αναλαμβάνονται, οι πολιτικοί κίνδυνοι μεγεθύνονται. Στο πεδίο της πολιτικής, ο πρωθυπουργός καλεί τα στελέχη του να τρέχουν «ωσάν να γίνουν οι εκλογές αύριο», το κυβερνητικό σχήμα έχει μπει σε εκλογικό mode – «τα μολύβια κάτω», «μόνον ευχάριστες ειδήσεις και παροχές» – η δημόσια διοίκηση, με τα εξαρτημενα της ανακλαστικά, παραλύει και η κυβέρνηση πλειοδοτεί σε τοξικό, πολωτικό κλίμα, το οποίο εξ ορισμού εμποδίζει κάθε μεταρρυθμιστική απόπειρα. Πόσο μακριά μπορεί να πάει αυτό;

Κάπως έτσι, αυτή η απόλυτη ελευθερία καταλήγει στο αντίθετό της. Σε μεγάλη δέσμευση. Οπου η εκλογολογία εξελίσσεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία κι η διάψευσή της φθάνει να κοστίζει περισσότερο από την επιβεβαίωσή της.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail