Προ διετίας η εταιρεία Public Issue είχε διενεργήσει έρευνα αναφορικά με την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στους θεσμούς για το διάστημα 2007-2024. Είχαμε σιωπηρά θορυβηθεί καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών σε κρίσιμους θεσμούς για την κοινωνία έχει οπισθοδρομήσει δεκαετίες πίσω. Κατά 70% δεν εμπιστεύονταν τη Δικαιοσύνη και τους δικαστές, 54% δεν εμπιστεύονταν την Αστυνομία, 78% δεν εμπιστεύονταν τη Βουλή και τους θεσμούς.
Οι υποθέσεις διαφθοράς, οργανωμένου εγκλήματος, των καταχρήσεων εξουσίας, παιδοφιλίας, αστυνομικής βίας, των υποκλοπών, της ασυλίας και ατιμωρησίας είχαν από τότε κλονίσει σε τρομακτικό βαθμό το δημόσιο αίσθημα δικαίου. Τα κόμματα ως πολιτικός και κοινωνικός θεσμός τρέκλιζαν ρακένδυτα και πλήρως απαξιωμένα· προ διετίας, τα εμπιστεύονταν μόλις 9% των πολιτών. Αντίστοιχο ποσοστό είχε μετρηθεί στη χώρα μας στην έναρξη της οικονομικής κρίσης, το 2008.
Η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας, με τη δικαίωση των πολιτών σε επίπεδο ιδιωτών να «παραβλέπεται» συστηματικά και με την ατιμωρησία να δεσπόζει σε πλείστες κοινωνικοπολιτικές υποθέσεις με οσμή σκανδάλου, αποκαθηλώνει ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στους θεσμούς. Στα τέλη του 2016, μια άλλη έρευνα, της διαΝΕΟσις, για τους Ελληνες έδειχνε ότι για την κρίση, εκτός από τις δικές μας αδυναμίες (κατά 62%), έφταιγαν η ανεπάρκεια και η διαφθορά των κυβερνήσεών μας (κατά 94%) και η ματαιοδοξία μας για δανεικά και κατανάλωση που σάρωσε τη λαϊκή νοοτροπία και συμπεριφορά μας για μακρά περίοδο στη χώρα μας (κατά 76%) από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αυτή η εικόνα συνοψίζει την απονομιμοποίηση των θεσμών και, κυρίως, τη σταδιακή διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου.
Οταν δεν πιστεύουμε ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, ότι η αξιοκρατία αποτελεί πραγματική αρχή και όχι ρητορική πομφόλυγα, η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεπηρέαστα και ότι η πολιτική υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, τότε μαζί με την πίστη μας στους θεσμούς αποσύρουμε τη συμμετοχή μας από τον δημόσιο βίο.
Η αποχή, η ιδιώτευση, ο κυνισμός, η διάχυτη καχυποψία απέναντι στη συλλογική έκφραση αποτελούν συμπτώματα εκχυδαïσμού της πολιτικής σε μια «παράδοση» κατά την οποία η πολιτική αντιλαμβάνεται το κράτος ως λάφυρο, διαμορφώνοντας δημόσια διοίκηση με πελατειακά αντανακλαστικά· παγιώθηκε έτσι ένας φαύλος κύκλος συνενοχής· οι πολίτες κατηγορούσαν το πολιτειακό σύστημα για τις παθογένειές του, αλλά συνάμα ανέχονταν και αξιοποιούσαν ασμένως τις πρακτικές που το αναπαρήγαν. Η πολιτική εξουσία ενσωμάτωνε αυτές τις στρεβλώσεις ως εργαλείο διατήρησης της εκλογικής επικράτειάς της.
Η κατάσταση πλέον εμφανίζεται ως κρίση πολιτειακού νοήματος. Οι δυνάμει εκλογείς δεν διακρίνουν το κοινό συμφέρον ως υπέρτατη επιδίωξη της πολιτείας, η λογοδοσία επιμένει επιλεκτική και η ευθύνη διαχέεται τεχνηέντως μέχρι να εξαφανιστεί.
Η δημοκρατία δυσλειτουργεί εφόσον τούτα τα κατάγματα την αποδομούν· οι θεσμοί δεν θεμελιώνονται μονάχα σε νόμους, κανονισμούς ή διοικητικές μεταρρυθμίσεις, αλλά πρωτίστως στην εσωτερική αποδοχή τους από τους πολίτες· η εμπιστοσύνη ως κεφάλαιο πολιτισμικό οικοδομείται αργά και καταρρέει ταχύτατα. Οταν οι νέοι κοινωνικοποιούνται σε καθεστώς απαξίωσης και χαβαλέ στη δημόσια σφαίρα, εμπεδώνοντας παιδιόθεν ότι «τίποτε δεν αλλάζει», τότε υπονομεύεται η δημοκρατική αγωγή αυτή καθαυτήν.
Υπό αυτή την άποψη προβάλλει η επιλογή να αποδεχτούμε τη γενικευμένη δυσπιστία ως φυσιολογική, με κάθε συνέπεια για την πολιτεία, ή να ανασυγκροτήσουμε το υπόδειγμα της δημόσιας ζωής, θεμελιωμένο στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στην αξιοκρατία και στην έμπρακτη ισονομία.
Υστερα από αρκετά χρόνια διαδοχικών οικονομικών, υγειονομικών, γεωπολιτικών και κοινωνικών κρίσεων καλούμαστε να διαχειριστούμε το χάος της συλλογικής εμπιστοσύνης. Πώς θα ανασυστήσουμε το πολιτικό και πολιτισμικό έθος μας, ώστε η ευθύνη, η συνέπεια, η αλήθεια και ο σεβασμός στον πολίτη να αποτελούν αυταπόδεικτες αξίες; Οι προεκλογικές εξαγγελίες δεν εκπληρώνονται με αναπτυξιακές επιδόσεις· η κρίσιμη μετεκλογική διακύβευση αφορά την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς, διότι χωρίς αυτή θα παραμένουμε καταρρακωμένοι εκλογείς σε αναζήτηση ψηφοδελτίου υπό καθεστώς προϊούσας κοινωνικής διάλυσης και πολιτειακής φθίσης του κράτους.
Ο Κώστας Θεολόγου είναι διευθυντής του Τομέα ΑΚΕΔ της Σχολής ΕΜΦΕ ΕΜΠ








