Μηδέν… Η επέτειος καλύφθηκε εκτενώς από τα ιταλικά Μέσα, τα όσα συνέβησαν άλλωστε στους δρόμους της Γένοβας πριν από 25 χρόνια, κατά τη Σύνοδο της G8 που πραγματοποιήθηκε εκεί τον Ιούλιο του 2001, παραμένουν μια ανοιχτή πληγή. Σχεδόν 200.000 ακτιβιστές και διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί τότε στην πρωτεύουσα της Λιγουρίας, θέλοντας να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε ένα μοντέλο παγκοσμιοποίησης το οποίο θεωρούσαν επιζήμιο για το περιβάλλον και για τις συνθήκες διαβίωσης της πλειονότητας του παγκόσμιου πληθυσμού.
Απέναντί τους, επί τρεις ημέρες, οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου τέθηκαν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας. Οι δυνάμεις ασφαλείας προχώρησαν σε ανεξέλεγκτη και ακραία βία κατά των διαδηλωτών, ενώ οι πιο βίαιες ομάδες αντιεξουσιαστών κινούνταν στους δρόμους με σχετική ελευθερία, προκαλώντας εκτεταμένα επεισόδια.
Τον συντονισμό των επιχειρήσεων είχε αναλάβει ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο μεταφασίστας Τζανφράνκο Φίνι, ο οποίος βρισκόταν στη Γένοβα, στα κέντρα επιχειρήσεων των δυνάμεων ασφαλείας, ασκώντας στην πράξη καθήκοντα υπουργού Εσωτερικών.
Ο απολογισμός – θυμίζει ο ανταποκριτής της «Monde» – υπήρξε βαρύς: ένας νεκρός από σφαίρα στο κεφάλι, η λειτουργία ενός κέντρου βασανιστηρίων μέσα σε στρατόπεδο, εκτεταμένη αστυνομική βία, αυθαίρετες συλλήψεις, όλα σε μια πόλη πνιγμένη στα δακρυγόνα, γεμάτη μπλόκα και σημεία ελέγχου, με τεθωρακισμένα στους δρόμους και ελικόπτερα να πετούν διαρκώς από πάνω. Εναν χρόνο αργότερα, η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε την καταστολή ως «πρωτοφανή, για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ο 23χρονος που σκοτώθηκε από πυρά καραμπινιέρου στη διάρκεια των συγκρούσεων λεγόταν Κάρλο Τζουλιάνι. Σε ηχογράφηση που αποκαλύφθηκε αργότερα, στο πλαίσιο των δικαστικών ερευνών, ακούγεται αστυνομικός να πανηγυρίζει τον θάνατό του σαν οπαδός σε ποδοσφαιρικό αγώνα: «1-0 υπέρ μας!».
…εις το… Μέσα στον τελευταίο χρόνο, δύο άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από ενέργειες της αστυνομίας στην Ιταλία. Τον Ιανουάριο, αστυνομικός πυροβόλησε θανάσιμα τον 28χρονο μαροκινό διακινητή ναρκωτικών Αμπντελραχίμ Μανσούρι.
Μέλη της κυβέρνησης Μελόνι έσπευσαν να τον στηρίξουν. Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι ο αστυνομικός είχε δολοφονήσει το θύμα του εκ προμελέτης, στο πλαίσιο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών που συνδεόταν με παράνομες δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος. Πολύ πιο πρόσφατα, την περασμένη Κυριακή, ο Αμπντελραχίμ Φακίρ, ένας 40χρονος μαροκινής καταγωγής που βρισκόταν σε κατάσταση έντονης ψυχικής αναταραχής, έχασε τη ζωή του στην Μπολόνια, πόλη – προπύργιο της ιταλικής Αριστεράς, ενώ ήταν δεμένος με χειροπέδες, ακινητοποιημένος μπρούμυτα στο έδαφος από αστυνομικούς και υπό το βλέμμα διασωστών που δεν παρενέβαιναν.
Εκλιπαρούσε για αρκετά λεπτά, μέχρι που σώπασε. Επί του παρόντος, η κυβερνώσα Δεξιά έχει στρέψει τα βέλη της στον δήμαρχο της Μπολόνια, τον Ματέο Λαπόρε, κατηγορώντας τον πως, με τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην οποία κάλεσε το βράδυ της Δευτέρας ζητώντας αλήθεια και δικαιοσύνη, συνέβαλε στην πυροδότηση των επεισοδίων που ακολούθησαν, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν 64 αστυνομικοί. Τα Αδέλφια της Ιταλίας μαζεύουν υπογραφές απαιτώντας την παραίτησή του, ενώ ο Σαλβίνι αφήνει σαφείς αιχμές: «Δεν θέλω να πω ότι κάποιος υποκίνησε τη βία, αλλά όταν χρησιμοποιείς συγκεκριμένη ρητορική…».
«Αν δεν πάθαινε τάντρουμ, δεν θα του είχε συμβεί τίποτα. Ας το σκεφτόταν νωρίτερα. Αντίο», «Ενας τοξικομανής ντίλερ λιγότερος, μπαμ μπαμ, ζήτω ο Ντούτσε», «Αστυνομία 1 – “Επενδυτής” 0» είναι μερικά από τα σχόλια που άφησε επωνύμως κάτω από ανάρτηση για τον θάνατο του Φακίρ ένας ιταλός αρχιφύλακας.
…πηλίκον. Στο μεταξύ, Μελόνι, Σαλβίνι και Σία έχουν ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Μάριο Ροτζέρο, ενός 72χρονου κοσμηματοπώλη από το Πιεμόντε που καταδικάστηκε στις 15 Ιουλίου τελεσίδικα σε κάθειρξη 14 ετών και 9 μηνών επειδή πυροβόλησε και σκότωσε, το 2021, δύο άνδρες που είχαν διαρρήξει το κατάστημά του καθώς αυτοί διέφευγαν, τραυματίζοντας και έναν τρίτο. Κι επειδή οι ανθρώπινοι συνειρμοί είναι συχνά απρόβλεπτοι, η γνωστή ιταλίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Ελενα Στανκανέλι αναρωτήθηκε μέσω της «Repubblica»: Και αν, έπειτα από έναν βιασμό, μιμούμασταν τον Ροτζέρο;
Τι θα συνέβαινε αν μια γυναίκα που είχε πέσει θύμα βιασμού είχε ένα όπλο κρυμμένο σε ένα συρτάρι ή στην τσάντα της και περίμενε να δει τον θύτη της να απομακρύνεται, για να το βγάλει εκείνη τη στιγμή, να το στρέψει στην πλάτη τού ανθρώπου αυτού και να πυροβολήσει, σκοτώνοντάς τον; Τι θα έλεγε η ιταλική κοινωνία για μία γυναίκα, μία από τις αμέτρητες γυναίκες, η οποία θα έπαιρνε τη δικαιοσύνη στα χέρια της για να αποφύγει μια εξευτελιστική δίκη και να εξαφανίσει τον θύτη της από προσώπου γης;
Πόσες υπογραφές θα συγκεντρώνονταν υπέρ αυτής της γυναίκας, πόσες εκστρατείες στήριξης θα οργανώνονταν, πόσες δηλώσεις θα έκαναν πολιτικοί που αναζητούν μια θέση στον παγκόσμιο διάλογο, πόσες τηλεοπτικές εκπομπές θα ήταν πρόθυμες να τη φιλοξενήσουν, πριν από τη δίκη, ώστε να υπερασπιστεί το δικαίωμά της στην εκδίκηση, πόσα κόμματα θα της ζητούσαν να είναι υποψήφια, πόσοι βουλευτές θα ύψωναν στο κοινοβούλιο τη φωτογραφία της;
Τίποτα από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε, η Στανκανέλι είναι βέβαιη. Και ευτυχώς, θα έλεγε κανείς, το λέει και η ίδια. Μόνο που δεν βλέπει πουθενά καμία καλή τύχη.








