Οταν την 6η Φεβρουαρίου 2023, έντεκα επαρχίες της νότιας και νοτιοανατολικής Τουρκίας επλήγησαν από δύο σεισμούς 7,8 και 7,7 βαθμών της κλίμακος Ρίχτερ, είχε εντυπωσιάσει όλους το πόσο αναιμική και ανεπαρκής υπήρξε η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας σεισμός εξέθετε την αποτελεσματικότητα και την επάρκεια του τουρκικού κράτους. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα μετά τον καταστροφικό σεισμό ο οποίος έπληξε την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της τη 16η Αυγούστου 1999. Αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την εμπεδωμένη εικόνα του τουρκικού «ισχυρού κράτους» που μπορεί να είναι αυταρχικό και να περιορίζει τις ελευθερίες των πολιτών, είναι πάντως αποτελεσματικό και αξιόπιστο στη λειτουργία του.
Η αποτυχία του κρατικού μηχανισμού το 1999 συνέβαλε αποφασιστικά στην απονομιμοποίηση του τουρκικού πολιτικού συστήματος, η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση συνέβαλε στην άνοδο της δημοφιλίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) και του ηγέτη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Συνέβαλε επίσης και στην άνοδο της τουρκικής κοινωνίας των πολιτών. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στρεφόταν στις μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς το κράτος είχε αποτύχει να επιτελέσει την αποστολή του.
Το 2023, η απογοήτευση λόγω της ανεπαρκείας του κρατικού μηχανισμού συνδυάστηκε επίσης με μια σοβαρή οικονομική κρίση. Οι πολιτικές και θεσμικές συνθήκες, ωστόσο, ήταν πλέον πολύ διαφορετικές από αυτές του 1999.
Η άνοδος ενός αντιπολιτευτικού κινήματος το 2023 θα έπρεπε να αντιμετωπίσει επιπρόσθετα προσκόμματα τα οποία δεν υφίσταντο το 1999. Η δε κοινωνία των πολιτών είχε διχασθεί. Από τη μια υπήρχαν οι φίλα προσκείμενες στην κυβέρνηση Ερντογάν και ενισχυόμενες από τον κρατικό προϋπολογισμό οργανώσεις και ιδρύματα όπως η «Ερυθρά Ημισέληνος». Από την άλλη, υπήρχαν αυτές που τοποθετούνταν στον χώρο της αντιπολιτεύσεως, απευθύνονταν στην εκκοσμικευμένη μεσαία τάξη και διεκδικούσαν ένα «ηθικό πλεονέκτημα» έναντι των κρατικοδίαιτων ομολόγων τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές ήκμασε αμέσως μετά τους σεισμούς του 2023 και η μη κυβερνητική οργάνωση ονόματι «Ahbap» (Φιλαράκος), την οποία ίδρυσε ο Χαλούκ Λεβέντ, δημοφιλής τραγουδιστής και ιδεολογικά τοποθετημένος στην τουρκική Αριστερά. Εν μέσω σοβαρών καταγγελιών για κακοδιαχείριση των δωρεών που απευθύνονταν στους σεισμοπαθείς σε φιλοκυβερνητικά ιδρύματα, εκατομμύρια πολιτών συνεισέφεραν μεγάλα ποσά στην εκστρατεία του «Ahbab».
Η οργάνωση αλλά και το πρόσωπο του ιδρυτή της λειτουργούσαν ως εχέγγυα για τη χρηστή διαχείριση των πόρων αλλά και την αποτελεσματική συνδρομή των αναξιοπαθούντων. Ο Λεβέντ φαινόταν ότι ήταν ο «φιλαράκος», που όλοι οι Τούρκοι δημοκράτες θα ήθελαν να έχουν.
Τούτων δεδομένων, οι πρόσφατες συλλήψεις του Λεβέντ και άλλων ιθυνόντων του σωματείου «Αhbab» με βαριές κατηγορίες διαφθοράς και διασπαθίσεως των δωρεών των πολιτών προκάλεσαν σοκ στην τουρκική μεσαία τάξη.
Αν και οι συλλήψεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενταγμένες σε μια σειρά δικαστικών ενεργειών που αποσκοπούν να εξαλείψουν κάθε πυρήνα αντιπολιτευτικής δράσεως, φαίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εισαγγελικοί ισχυρισμοί δεν είναι αστήρικτοι.
Η υπόθεση «Ahbab» εξελίσσεται σε ένα ακόμη πλήγμα εναντίον των δημοκρατικών δυνάμεων της Τουρκίας, καθώς υπονομεύει την κοινωνική εμπιστοσύνη, ακόμη και εντός των τάξεων της αντιπολιτεύσεως. Εκατομμύρια πολίτες αισθάνονται προδομένοι από τον «Φιλαράκο» τους που υποσχέθηκε ότι θα ήταν διαφορετικός από τους άλλους.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ








