Εχω δύο ιστορίες να συνεισφέρω στις πολλές που λέγονται αυτό το καλοκαίρι για τον Αντι Μπέρναμ. Η μία αφορά το Γκλάστονμπερι, και την περίοδο που αυτός και η σύζυγός του, Μαρί-Φρανς, ήρθαν για τριήμερη διαμονή στο φεστιβάλ, η οποία περιλάμβανε την εμφάνισή του στη σκηνή του Left Field.
Η συζήτηση στην οποία πήρε μέρος είχε τίτλο «Κατάσταση του Εθνους: Πολιτική σε Κρίση». Ηταν καλοκαίρι του 2022 – είχε έρθει για να υποστηρίξει πολλά από τα πράγματα για τα οποία μιλά τώρα ενόψει της εγκατάστασής του στην Ντάουνινγκ Στριτ: «αναδιαμόρφωση» του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλαγή στα συστήματα πολιτικής και εξουσίας, συνεργασίες με άλλα κόμματα και περιορισμό, όσο το δυνατόν, του Ουέστμινστερ. Εκανε αυτοκριτική, ήταν ανοιχτός και μιλούσε ήρεμα αντί να φωνάζει, μπροστά σε 1.000 άτομα, ως επί το πλείστον μεθυσμένα.
Κάτι άλλο, όμως, μου έκανε εντύπωση. Το ζεύγος Μπέρναμ έφτασε κουβαλώντας μια μικροσκοπική σκηνή παραλίας, η οποία θα μπορούσε να φιλοξενήσει μόνο ένα νήπιο. Οι διοργανωτές τους παραχώρησαν μια μεγαλύτερη.
Δεύτερη ιστορία: αργότερα εκείνο το έτος, συνάντησα ξανά τον Μπέρναμ στο συνέδριο του Εργατικού Κόμματος. Του εξήγησα ότι μόλις είχα πάει για να γράψω κριτική για τον Μπομπ Ντίλαν στο Οσλο, πράγμα που σήμαινε ότι μπήκα δωρεάν. «Ουάου», είπε. «Μακάρι να μπορούσα να κάνω τέτοια πράγματα». Δεδομένου ότι ο Ντίλαν έπαιζε στο Μάντσεστερ τον Νοέμβριο και ο Μπέρναμ ήταν δήμαρχος της πόλης, κάποιος συνεργάτης του θα μπορούσε να τηλεφωνήσει στον διοργανωτή και να πάρει εισιτήρια για όλη την οικογένειά του. Φαινόταν – αλήθεια σας λέω – μπερδεμένος: η πιθανότητα αυτή δεν του είχε περάσει από το μυαλό.
Προφανώς, κανείς δεν φτάνει τόσο μακριά όσο αυτός χωρίς φιλοδοξία και αυτοπεποίθηση. Αλλά όσοι γνωρίζουν τον Μπέρναμ, πολύ καλύτερα από εμένα, συμφωνούν ότι μπορεί να είναι ταπεινός, συγκρατημένος αλλά και έντονος χωρίς όμως να επιδοθεί σε χτυπήματα κάτω από την ζώνη.
Αναπόφευκτα, μπορείτε ήδη να βλέπετε μερικά από τα πιθανά ρήγματα καθώς και οιωνούς πιθανών δυσκολιών που θα ακολουθήσουν. Ο Μπέρναμ δεν θέλει μόνο να αναδιαμορφώσει ριζικά το κράτος και να επαναβιομηχανοποιήσει τη χώρα, αλλά και να ανατρέψει με κάποιο τρόπο τα 40 χρόνια νεοφιλελευθερισμού, να επιβλέψει την κατασκευή ιστορικού αριθμού δημοτικών κατοικιών και όλα τα υπόλοιπα: ισοδυναμεί με μια συνεκτική και ενδεχομένως εμπνευσμένη ιστορία, με πραγματική συναισθηματική ένταση. Καθώς ετοιμάζεται να διασχίσει το κατώφλι της Ντάουνινγκ Στριτ, μπαίνει σε έναν κόσμο που ίσως δεν ταιριάζει σε ευσυνείδητους κατασκευαστές συναίνεσης και ισοτιμίας: μπορεί να απαιτεί την αυτοπεποίθηση μεγάλων «εγώ» που ξέρουν μόνο πώς να συσσωρεύουν εξουσία για τον εαυτό τους.








