Κάποιοι λένε πως η μακρά αυτή βρετανική παράδοση ξεκίνησε από τον Μπιλ Μπόουκς (1904-1986), έναν πρώην αξιωματικό του βασιλικού ναυτικού και βετεράνο της Δουνκέρκης, ο οποίος έθεσε υποψηφιότητα μεταπολεμικά σε 28 διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις χρησιμοποιώντας ένα θωρακισμένο ποδήλατο και μιλώντας σε όποιον ήθελε (και όποιον δεν ήθελε) να ακούσει περί οδικής ασφάλειας. Αλλοι πάλι λένε πως ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 από τον εκκεντρικό άγγλο μουσικό Ντέιβιντ Σατς, πιο γνωστό με το καλλιτεχνικό όνομα Screaming Lord Sutch, ο οποίος κατέβηκε για πρώτη φορά υποψήφιος το 1963, στις επαναληπτικές εκλογές που προκηρύχθηκαν μετά την παραίτηση του υπουργού Πολέμου Τζον Προφιούμο, ίδρυσε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το Official Monster Raving Loony Party και συμμετείχε στη συνέχεια σε περίπου 40 εκλογικές αναμετρήσεις.
Η κεντρική του ιδέα ήταν ότι η πολιτική έχει γίνει τόσο αδιάφορη ή απογοητευτική, που οι πολίτες χρειάζονται κάτι εξωφρενικό για να διαμαρτυρηθούν. Ο Σατς πέθανε το 1999, όμως το κόμμα του επιβίωσε, διατηρώντας τους υποψήφιους με τα γκροτέσκα κοστούμια και ένα πρόγραμμα τόσο ξεκαρδιστικό όσο και παράλογο: μεταξύ άλλων, επιδιώκει να καταστήσει δωρεάν τη συμμετοχή στον μαραθώνιο για κάθε άνθρωπο που καταφέρνει να τον ολοκληρώσει σε λιγότερο από δύο ώρες φορώντας μεγάλα παπούτσια κλόουν, να βάφονται οι δρόμοι μπλε για να μπερδεύονται οι τουρίστες ή να καθιερωθεί η δωρεάν σοκολάτα για όλους.
Κάποιος πιο πεζός άνθρωπος θα έλεγε πως σκοπός αυτών των σατιρικών υποψηφίων στη Βρετανία είναι να γελοιοποιήσουν την πολιτική ελίτ και να δείξουν την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στους σοβαροφανείς πολιτικούς και τον απλό λαό. Ο ρόλος που διαδραματίζουν ωστόσο έχει συγκριθεί με εκείνον του μεσαιωνικού γελωτοποιού της αυλής ή με τον σκλάβο που ψιθύριζε στους ρωμαίους αυτοκράτορες να θυμούνται ότι είναι θνητοί.
Ρόλο στη μακρά επιτυχημένη τους πορεία, σε κάθε περίπτωση, παίζει το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις για την υποβολή υποψηφιότητας στις κοινοβουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι σχετικά απλές: αρκούν η συγκέντρωση των υπογραφών δέκα κατοίκων της εκλογικής περιφέρειας όπου επιθυμεί κάποιος να κατεβεί υποψήφιος και η καταβολή εγγύησης 500 στερλινών. Επιπλέον, η καταμέτρηση των ψήφων γίνεται παραδοσιακά στη χώρα με το χέρι, σε κλειστά γυμναστήρια ή κοινοτικά κέντρα. Και όταν ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα, όλοι οι υποψήφιοι στέκονται στην ίδια σκηνή, πλάι πλάι. Κάλλιστα μπορεί λοιπόν να δει κανείς έναν πρωθυπουργό να ανακοινώνει τη νίκη του, ενώ ακριβώς δίπλα στέκεται ένας άνθρωπος ντυμένος Elmo, κουβάς ή ψαροκροκέτα.
Ο Αντι Μπέρναμ το έζησε στο πετσί του αυτό, όχι χθες, όταν κέρδισε τις επαναληπτικές εκλογές στο Μέικερφιλντ που του άνοιξαν τον δρόμο ώστε να πραγματοποιήσει το αναίμακτο πραξικόπημά του εις βάρος του Κιρ Στάρμερ: κατά την ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων, στεκόταν ανάμεσα στον Κόμη Σκουπιδομούρη και σε κάποιον ντυμένο αλεπού. Αυτός ο τελευταίος ήταν ο Ρόμπερτ Πάουναλ, ιδρυτής της ακτιβιστικής οργάνωσης «Προστατέψτε την Αγρια Φύση».
Ο πρώτος, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, είναι ένας «διαγαλαξιακός διαστημικός πολεμιστής» που φοράει μαύρη και γκρι στολή, μακριά ασημένια κάπα και κράνος σε σχήμα κάδου απορριμμάτων, αυτοπαρουσιάζεται ως ηγέτης των Recylons από τον πλανήτη Sigma IX και υποστηρίζει ότι είναι άνω των 5.900 χρόνων. Αν ήθελε να τον περιγράψει κανείς βέβαια, θα μπορούσε επίσης να πει ότι είναι ο Τζόναθαν Χάρβεϊ, ένας 46χρονος κωμικός, παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών και σεναριογράφος, ο οποίος έχει εργαστεί σε πολλές κωμικές παραγωγές – όλα θέμα οπτικής είναι.
Λίγο να μελετήσει κανείς το βιογραφικό του Τζόναθαν Χάρβεϊ πάντως καταλαβαίνει πως το χιούμορ του έχει σώσει πολλάκις αν όχι τη ζωή, τότε σίγουρα την ψυχική του (αν)ισορροπία: ο πατέρας του, ένας μεσίτης ακινήτων, ήταν αλκοολικός, γεγονός που έκανε τα παιδικά του χρόνια ιδιαίτερα ταραχώδη. Μέσα στα πρώτα 11 χρόνια της ζωής του μάλιστα άλλαξε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, 11 διαφορετικά σπίτια. Τώρα, λοιπόν, θέλει και ο ίδιος, ως «Count Binface», να δώσει κάτι πίσω στη χώρα που του χάρισε αυτό το χιούμορ. Είναι λοιπόν ο μόνος που σήκωσε το γάντι, έκλεισε τη μύτη και προθυμοποιήθηκε να κατεβεί υποψήφιος απέναντι στον Νάιτζελ Φάρατζ στις επαναληπτικές εκλογές που προκηρύχθηκαν στο Κλάπτον-ον-Σι – ως γνωστόν, ο Φάρατζ πιάστηκε να μην έχει δηλώσει, ως όφειλε, σημαντικές δωρεές στο κόμμα του, αρνείται όμως να αφήσει την επιτροπή δεοντολογίας του κοινοβουλίου να αποφασίσει για την τύχη του, θεωρεί άλλωστε ότι «επιχειρούν να τον δαιμονοποιήσουν» στο πλαίσιο «συντονισμένης επίθεσης», παραιτήθηκε λοιπόν από βουλευτής ώστε να είναι υποψήφιος ξανά στις 13 Αυγούστου και να «με-κρίνει-ο-λαός», όλα τα παραδοσιακά βρετανικά κόμματα όμως, που υστερούν στις δημοσκοπήσεις, αρνήθηκαν να παίξουν το παιχνίδι του και ανακοίνωσαν ότι μποϊκοτάρουν τις επαναληπτικές εκλογές που προκάλεσε.
Αν έβαιναν όλα καλώς στον καλύτερο δυνατό κόσμο, ο Κόμης Σκουπιδομούρης θα εκλεγόταν άνετα βουλευτής στα μέσα Αυγούστου, κατατροπώνοντας τον Φάρατζ. Εδώ που ζούμε, μόνο κανένα σκωπτικό tweet του Ιλον Μασκ μπορούμε να αναμένουμε εκείνη τη μέρα, να φύγει λίγο και το μυαλό του από τον Ηλία Κασιδιάρη.








