Η διαρκώς αναζωπυρούμενη σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν ανέδειξε το ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και την πραγματική οικονομία. Παράλληλα, κατέδειξε πόσο διαφορετικά εκδηλώνονται τέτοιου είδους κλυδωνισμοί στις διάφορες περιοχές της παγκόσμιας οικονομίας.
Ας εξετάσουμε την αγορά πετρελαίου. Αν και από την έναρξη του πολέμου χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις, αυτές αντανακλούν κυρίως τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις και προσδοκίες των αγορών – που συχνά διαμορφώνονται από τις αναρτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – και όχι άμεσες μεταβολές στην προσφορά και τη ζήτηση.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν προκάλεσε διαταραχές στον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου. Ωστόσο, οι μεγάλες αποστάσεις των θαλάσσιων μεταφορών και οι χρονικές καθυστερήσεις στις παραδόσεις σήμαιναν ότι οι επιπτώσεις δεν έγιναν άμεσα αισθητές ούτε από τους καταναλωτές, ούτε από τους παραγωγούς.
Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις, καθώς οι αντικρουόμενες επίσημες ανακοινώσεις μετατόπιζαν διαρκώς τις προσδοκίες των αγορών. Στις αρχές Ιουλίου, μετά την αρχική συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η τιμή του αργού πετρελαίου υποχώρησε κάτω από τα 70 δολάρια ανά βαρέλι, περίπου στα επίπεδα του Φεβρουαρίου, πριν από την έναρξη του πολέμου. Η επανέναρξη των εχθροπραξιών έχει οδηγήσει σε μια περιορισμένη αύξηση των τιμών.
Παρά τη μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας, τα αμερικανικά χρηματιστήρια κατέγραψαν μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου το καλύτερο τρίμηνό τους από το 2020 και συνέχισαν την ανοδική τους πορεία στις αρχές Ιουλίου. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την άνοδο είχαν οι μετοχές εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), οι οποίες ενισχύθηκαν από την πεποίθηση ότι η ΤΝ θα οδηγήσει σε πρωτοφανή αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.
Σε έναν βαθμό, η εικόνα αυτή αντανακλά το σχετικά περιορισμένο αποτύπωμα του πολέμου στην οικονομική δραστηριότητα των ανεπτυγμένων χωρών. Το ΔΝΤ προβλέπει μόνο μια ήπια επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ στις προηγμένες οικονομίες το 2026, από 1,9% το 2025 σε 1,7%. Για τις ΗΠΑ προβλέπεται ανάπτυξη 2,3%, έναντι 2,1% το 2025. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 5% τον Απρίλιο, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητο από τον Φεβρουάριο του 2022. Ωστόσο, αυτή η αισιοδοξία παραβλέπει τις μακροπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες του πολέμου. Παρά την κατάπαυση του πυρός, οι εξαγωγές πετρελαίου από τις χώρες του Κόλπου παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Ακόμα κι αν οι εξαγωγές επανέλθουν πλήρως, οι χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα θα συνεχίσουν να επωμίζονται το κόστος της σημερινής ενεργειακής κρίσης για πολλά ακόμη χρόνια.
Η Τζαγιάτι Γκος είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανπιστήμιο Αμχερστ της Μασαχουσέτης, μέλος της Επιτροπής Μετασχηματισμού της Οικονομίας του Club of Rome και συνεπικεφαλής της Ανεξάρτητης Επιτροπής για τη Μεταρρύθμιση της Διεθνούς Φορολογίας Επιχειρήσεων.








