1. Στο παλάτι του Αλκίνοου ο Οδυσσέας ακούει από τον αοιδό Δημόδοκο το «τραγούδι του δούρειου ίππου» και ξεσπάει σε λυγμούς. Με τι τον παρομοιάζει ο Όμηρος (μια οφειλόμενη απάντηση σε όσους αναζητούν την περιλάλητη «ενσυναίσθηση» σε καιρούς αρχαϊκούς); Ας πάρει το ποτάμι την απάντηση: με γυναίκα, ξένη και αιχμάλωτη.
Ο Οδυσσέας έλιωνε, το δάκρυ του έτρεχε ασταμάτητο μουσκεύοντας τα μάγουλά του.
Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της
πεσμένη πάνω του,
που εκεί, μπροστά στην πόλη του
και στον λαό του, πέφτει
για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του,
να τα γλιτώσει
από τη μαύρη μέρα·
κι εκείνη, όπως τον βλέπει τώρα να σπαρταρά
και να τελειώνει,
γύρω του σωριασμένη, σπαράζει από το κλάμα· ενώ οι εχθροί
με τα κοντάρια τους πισωχτυπούν αλύπητα
στην πλάτη και στους ώμους,
τη σέρνουν να την πάρουν σκλάβα τους,
για να βουλιάξει
στης δυστυχίας τον πόνο
(Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης)
2. Οι αναγνωρίσεις στην «Οδύσσεια» ακολουθούν την τεχνική της κλιμάκωσης: πρώτος ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του και γίνεται σύμμαχός του. Ο γηραιός Αργος αναγνωρίζει το αφεντικό του και αμέσως σβήνει πάνω στην κοπριά που τον έχουν πετάξει οι μνηστήρες. Η τροφός Ευρύκλεια αναγνωρίζει την ουλή στο πόδι του, ο Εύμαιος και ο Φιλοίτιος αναγνωρίζουν τον βασιλιά τους. Η Πηνελόπη ζητά το αδιαμφισβήτητο σημάδι του συζυγικού κρεβατιού και ακολουθεί ο πατέρας του, Λαέρτης. Κι όμως, η πρώτη αναγνώριση αφορά το ίδιο το νησί του. Και περιέχει τα ίδια στάδια χρονικής απόστασης, άγνοιας και αποκάλυψης. Να πώς η Αθηνά αποκαλύπτει στον Οδυσσέα την πατρίδα του – σηκώνοντας την ομίχλη – αφού οι Φαίακες τον έχουν μεταφέρει στην ακτή:
Ελα, σκοπεύω τώρα να σου δείξω σήματα
της Ιθάκης, να πειστείς:
αυτό είναι το λιμάνι του ενάλιου γέροντα,
του Φόρκυνα·
και να η μακρόφυλλη ελιά στου λιμανιού την κορυφή·
εκεί στο πλάι της θα δεις χαριτωμένη τη θαμπή σπηλιά,
τόπο ταμένο των νυμφών που λέγονται ναϊάδες –
τη θολωτή κι ευρύχωρη σπηλιά,
όπου κι εσύ τόσες θυσίες τελούσες,
τέλειες εκατόμβες.
Κι αυτό το καταπράσινο βουνό είναι
το δασωμένο Νήριτο.
Ετσι μιλώντας η θεά, σήκωσε τη νεφέλη
κι ο τόπος φανερώθηκε
3. Πώς πρέπει να περιμένει κανείς ότι θα αντιδράσει ο 20χρονος γιος όταν αντικρίζει τον πατέρα του ύστερα από τη δεκάχρονη παραμονή στην Τροία και τη δεκάχρονη περιπλάνηση στη θάλασσα; Με ενθουσιασμό, ασυγκράτητη συγκίνηση και πάθος; Ο αφηγητής του έπους γνωρίζει μάλλον καλύτερα την ανθρώπινη ψυχολογία, γι’ αυτό και στην αναγνώριση Οδυσσέα – Τηλέμαχου επιλέγει τη συγκράτηση και τη δυσπιστία.
– Θεός δεν είμαι, πώς με φαντάστηκες αθάνατο; / Είμαι ο πατέρας ο δικός σου· που εσύ για χάρη του στενάζεις / και πολλά υποφέρεις…
– Οχι, δεν είσαι ο Οδυσσέας εσύ, δεν είσαι εσύ ο πατέρας μου· / ένας θεός θα με μαγεύει, για να στενάζω και να οδύρομαι ακόμη πιο πολύ… / Εσύ πρωτύτερα ήσουν γέρος, ντυμένος με άσχημα κουρέλια, / και τώρα μοιάζεις στους θεούς που τον απέραντο ουρανό κρατούν
– Τηλέμαχε, όχι, δεν σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι, / να αποθαυμάζεσαι τόσο πολύ και να αμφιβάλλεις / Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ
4. Λίγες σκηνές μέσα στην «Οδύσσεια» κρύβουν μεγαλύτερη συγκίνηση από την αναγνώριση Οδυσσέα και Λαέρτη. Και αυτό επειδή για να δείξει τα σημάδια στον πατέρα του επιστρέφει στην παιδική ηλικία, τη γη και το σώμα – όσα συνιστούν το σύμπαν του έπους:
Ας δουν τα μάτια σου ετούτη πρώτα την ουλή,
που τη στιγμάτισε
με τ᾽ άσπρο δόντι του ο κάπρος, ψηλά
όταν βρέθηκα στον Παρνασσό…
Θα πω ακόμη και τα δέντρα
στο νοικοκυρεμένο χτήμα σου, όσα εσύ,
σαν ήμουν κάποτε παιδί, μου χάρισες…
Κι όπως περνούσαμε ανάμεσά τους,
εσύ τα ονόμασες ένα προς ένα:
δέκα μηλιές μού χάρισες, συκιές σαράντα
και δεκατρείς μού μέτρησες
ωραίες αχλαδιές· είπες δικά μου και πενήντα αράδες κλήματα…
Τόσα του είπε, λύθηκαν τότε του Λαέρτη γόνατα και καρδιά








