Η άνοδος του Αντι Μπέρναμ στην ηγεσία του Εργατικού Κόµµατος δεν σηματοδοτεί μόνο μια αλλαγή προσώπου στην κορυφή της βρετανικής πολιτικής. Φέρνει μαζί της και μια διαφορετική αντίληψη για τη σχέση του κράτους με τις πόλεις – και, κατ’ επέκταση, για τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία ασκεί επιρροή διεθνώς.

Ο Μπέρναμ δεν είναι προϊόν του Γουέστμινστερ. Είναι ο πολιτικός που ταυτίστηκε με τον «Μαντσεστερισμό», το μοντέλο ανασυγκρότησης του ευρύτερου Μάντσεστερ μέσω αποκεντρωμένης διακυβέρνησης, δημόσιων επενδύσεων και στενής συνεργασίας με επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και κοινωνικούς φορείς. Ως δήμαρχος της μητροπολιτικής περιοχής, επένδυσε ιδιαίτερα στη διεθνή προβολή της πόλης, στις επαφές με ευρωπαϊκά και αμερικανικά μητροπολιτικά κέντρα και στη συμμετοχή σε δίκτυα πόλεων για το κλίμα, τις μεταφορές και την καινοτομία.

Η εμπειρία αυτή αποκτά τώρα εθνική σημασία. Ο ίδιος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι επιθυμεί να ενισχύσει τον ρόλο των περιφερειών και των μητροπολιτικών δημάρχων στη χάραξη αναπτυξιακής στρατηγικής, ενώ στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται η ιδέα μιας πιο πολυκεντρικής Βρετανίας, με ισχυρούς τοπικούς θεσμούς και διεθνώς δικτυωμένες πόλεις.

Στη Βρετανία, βέβαια, οι πόλεις δεν έχουν αυτόνομη αρμοδιότητα εξωτερικής πολιτικής. Οι διεθνείς σχέσεις και η σύναψη συνθηκών παραμένουν αποκλειστική ευθύνη της κεντρικής κυβέρνησης. Ωστόσο, οι τοπικές Αρχές μπορούν να αναπτύσσουν διεθνείς συνεργασίες, να συμμετέχουν σε διακρατικά δίκτυα, να προωθούν επενδύσεις και να υλοποιούν κοινά προγράμματα με άλλες πόλεις.

Οι Εργατικοί έχουν μακρά παράδοση σε αυτό το πεδίο. Από τις αδελφοποιήσεις πόλεων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη ριζοσπαστική διεθνή δράση του Κεν Λίβινγκστον στο Συμβούλιο Μείζονος Λονδίνου τη δεκαετία του 1980, η διπλωματία πόλεων αποτέλεσε συχνά εργαλείο πολιτικής παρέμβασης. Στη σύγχρονη εκδοχή της, η έμφαση έχει μετατοπιστεί από την ιδεολογική αλληλεγγύη στην οικονομική διπλωματία, την «πράσινη» μετάβαση και την προσέλκυση επενδύσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο δήμαρχος του Λονδίνου Σαντίκ Καν, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο προβεβλημένους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής διπλωματίας πόλεων. Μέσω του δικτύου C40 για την κλιματική αλλαγή, των διεθνών επενδυτικών αποστολών και των συνεργασιών με πόλεις όπως το Παρίσι και η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο επιχειρεί να διατηρήσει παγκόσμιο αποτύπωμα ακόμη και μετά το Brexit. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μπέρναμ φαίνεται να θέλει να γενικεύσει αυτή τη λογική.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα τοποθετήσεις του, επιδιώκει ένα μοντέλο στο οποίο οι μεγάλες βρετανικές πόλεις – Μάντσεστερ, Λίβερπουλ, Μπέρμιγχαμ, Λιντς, Γλασκώβη – θα λειτουργούν ως κόμβοι διεθνούς οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας, με μεγαλύτερη ευχέρεια να αναπτύσσουν δικές τους στρατηγικές εξωστρέφειας. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται και με τη συζήτηση για τη νέα φάση της αγγλικής αποκέντρωσης.

Οι Εργατικοί έχουν δεσμευθεί να ενισχύσουν τις αρμοδιότητες των περιφερειακών δημάρχων σε τομείς όπως οι μεταφορές, η στέγαση, η ενέργεια και η κατάρτιση. Η θεσμική ενδυνάμωση των πόλεων δημιουργεί, αναπόφευκτα, και πίεση για πιο οργανωμένη διεθνή παρουσία τους. Ομως, σε αντίθεση με τη χώρα μας, όπου προβλέπονται στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης ρητά αρμοδιότητες διεθνών συνεργασιών για δήμους και περιφέρειες (βλ. άρθρα 343-344 του ν.5314/2026), στη Γηραιά Αλβιώνα δεν υπάρχουν με την ίδια σαφήνεια τέτοιες προβλέψεις στο βρετανικό δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπέρναμ δεν μπορεί να μετατρέψει τις πόλεις σε ανεξάρτητους παρα-διπλωματικούς δρώντες. Μπορεί, όμως, να επιχειρήσει κάτι διαφορετικό: να τις καταστήσει εταίρους της εθνικής στρατηγικής.

Η ιδέα μιας «Βρετανίας των πόλεων» που θα συνομιλεί με την Ευρώπη και τον κόσμο, όχι μόνο μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και μέσω των μητροπολιτικών της κέντρων, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη καινοτομία που φέρνει η νέα ηγεσία των Εργατικών. Στον 21ο αιώνα, οι πόλεις δεν είναι απλώς διοικητικές μονάδες. Είναι κέντρα οικονομικής ισχύος, καινοτομίας, πανεπιστημιακής γνώσης και κλιματικής πολιτικής. Η δυνατότητά τους να δημιουργούν διεθνή δίκτυα και να επηρεάζουν ατζέντες – από την «πράσινη» μετάβαση έως τη δημόσια υγεία – αποτελεί πλέον κρίσιμο στοιχείο της σύγχρονης διακυβέρνησης.

Ο δρ Αντώνης Καρβούνης είναι προϊστάμενος του αυτοτελούς τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σχέσεων του υπουργείου Εσωτερικών και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail