Όσο πλησιάζει η ημερομηνία της εξάντλησης της συνταγματικά προβλεπόμενης κυβερνητικής θητείας τόσο περισσότερο τα κομματικά επιτελεία επιταχύνουν την προετοιμασία τους για την εκλογική αναμέτρηση λαμβάνοντας υπόψη και την πιθανότητα της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Την ώρα που τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους, η κυβέρνηση στοχεύει στη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των δεξιών ψηφοφόρων. Στόχος που σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην προσδοκώμενη επίτευξη μιας νέας αυτοδυναμίας, η οποία κερδήθηκε δυο φορές χάρη στην ψήφο ενός σημαντικού μέρους των πολιτών που ανήκουν στον χώρο του Πολιτικού Κέντρου.

Είναι φανερό ότι η ανάγκη περιχαράκωσης των παραδοσιακών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας επιβλήθηκε από τις πολιτικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης κυβερνητικής θητείας.

Οι μεταρρυθμιστικές αντοχές της συντηρητικής παράταξης εξαντλήθηκαν νωρίς ενώ, αντίθετα, δυνάμωσαν οι οπισθοδρομικές φωνές στο εσωτερικό καθώς και οι πιέσεις από τα υπάρχοντα και τα υπό διαμόρφωση υπερδεξιά κόμματα.

Ταυτόχρονα η αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης των οξυμένων προβλημάτων της καθημερινότητας (π.χ. ακρίβεια, στεγαστικό) αυξάνουν τις κοινωνικές αντιδράσεις ενώ η προβληματική λειτουργία των θεσμών και η αποκάλυψη διαδοχικών σκανδάλων πλήττουν σοβαρά την εικόνα της κυβέρνησης.

Η πρώτη – συμβολική και όχι μόνο – ένδειξη της απόφασης του Πρωθυπουργού να προχωρήσει σε συντηρητική αναδίπλωση ήταν η εκλογή του Κωνσταντίνου Τασούλα στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Η μη ανανέωση της θητείας της Κατερίνας Σακελλαροπούλου όπως και οι προσχηματικές, όπως αποδείχτηκε, βολιδοσκοπήσεις προσωπικοτήτων εκτός της δεξιάς παράταξης ήταν χαρακτηριστικές της αλλαγής του κλίματος.

Από το σημείο αυτό και μετά ακολούθησε μια πορεία επιλογής πολιτικών θέσεων και πολιτικών στελεχών που υπηρέτησαν με συνέπεια τη συντηρητική στροφή ακόμα και στον ευαίσθητο τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η επιχείρηση αναμόχλευσης εμφυλιοπολεμικών παθών με αφορμή την ομόφωνη καταδίκη της πρόσφατης δολοφονικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη είναι αποκαλυπτική των πολωτικών προθέσεων της Νέας Δημοκρατίας.

Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι πολιτικές και ιδεολογικές υποχωρήσεις στις πιέσεις των ακραίων φωνών ανοίγουν ακόμα περισσότερο την όρεξή τους. Η πρόσφατη πρόταση στελεχών της ΝΔ να καταργηθεί ο νόμος για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών είναι μια ακόμα επιβεβαίωση.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον Αντώνη Σαμαρά ο οποίος, παρά τα συνεχή καλοπιάσματα του νέου γραμματέα και άλλων φιλικά διακείμενων προς αυτόν στελεχών της ΝΔ, οξύνει καθημερινά την ακραία αντιπολιτευτική του ρητορική.

Το πρόβλημα θα αφορούσε αποκλειστικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το επιτελείο του αν οι εθνικιστικές εμμονές του πρώην πρωθυπουργού δεν αποτελούσαν διαχρονική απειλή για την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Η επιλογή του Πρωθυπουργού να θυσιάσει τον κεντρώο χώρο στο βωμό της ενίσχυσης της δεξιάς ταυτότητας της ΝΔ είναι πολιτικά και εκλογικά ριψοκίνδυνη, καθώς έτσι απομακρύνεται ακόμα περισσότερο ο στόχος της αυτοδυναμίας.

Είναι καιρός η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να συνειδητοποιήσει ότι ο ανταγωνισμός με την ΕΛΑΣ σε μεταγραφές πρώην στελεχών του πρώην ΣΥΡΙΖΑ, που αναζητούν πολιτική στέγη και ρόλο, είναι το καλύτερο δώρο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και όχι μόνο.

Η δημοκρατική παράταξη δεν πρέπει να χάσει, για μια ακόμα φορά, την ευκαιρία να οικοδομήσει τη νικηφόρα συμμαχία της σοσιαλδημοκρατίας με τις φιλελεύθερες-μεταρρυθμιστικές δυνάμεις της χώρας, στο πλαίσιο της δικής της κεντρώας άνοιξης.

Ο Γιάννης Μεϊμάρογλου είναι εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Μεταρρύθμιση»

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail