Με την επιστροφή της Δημοκρατίας το 1974, η κομμουνιστική Αριστερά που μόλις είχε νομιμοποιηθεί από τον Καραμανλή, παρά το βαρύ ιστορικό της αποτύπωμα στα εμφύλια πάθη, διέθετε μια πρωτοφανή αίγλη. Ιδίως για ανήσυχους νέους, είχε την αίγλη του κατατρεγμένου, αυτό που κατόπιν ο Τσίπρας αποκαλούσε ηθικό πλεονέκτημα.
Όσο για τους εκλεκτικούς ιδεολόγους, οι οποίοι είχαν αρχίσει να κατανοούν τη φύση των καθεστώτων που στήριζε το ΚΚΕ, και κυρίως τον αυταρχικό και αντιδημοκρατικό χαρακτήρα τους, οι αντιρρήσεις τους είχαν λάβει απαντήσεις με τη διάσπαση του κόμματος από το 1968 και το αίτημά τους, «σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία», με πρότυπο τις θέσεις και τα σύμβολα του ιταλικού ΚΚ.
Από το 1974, η διαμάχη ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες τάσεις του κομμουνισμού, τη ρωσόφιλη και την ευρωκομμουνιστική, ήταν μόνιμη αλλά και γόνιμη: το ΚΚΕ εσωτερικού, παρά τα λάθη του και τις εκλεκτικές συγγένειες με μη ρωσόφιλους κομμουνιστές δικτάτορες, επέμενε στη δημοκρατία και στην Ευρώπη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν το μόνο κόμμα της αριστερής αντιπολίτευσης που ήταν υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.
Αλλά πέρασαν τα χρόνια, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα δέσποσε καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την πολιτική κουλτούρα της χώρας και, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ ο κομμουνισμός κατέρρεε, η κομμουνιστική Αριστερά, διά του Συνασπισμού, έκανε το μεγάλο άλμα προς τα μπρος, υποσχόμενη μια νέα λαϊκή δημοκρατική παράταξη της χειραφέτησης. Δεν τα κατάφερε.
Η ηγεσία Νίκου Κωνσταντόπουλου την έσυρε σε έναν ηθικολογικό αντιδυτικισμό, η ηγεσία του Αλέκου Αλαβάνου πρόσθεσε μια εθνοπατριωτική εσάνς στη δοσολογία της δράσης της και η ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα τη μετέφερε στα αντιπαγκοσμιοποιητικά άκρα, ενώ ταυτόχρονα τη μετέτρεψε σε στυγνή εξουσιαστική μηχανή.
Οι διάφορες κομμουνιστογενείς, μαοϊκές και λοιπές αριστερίστικες συνιστώσες, μέσω των οποίων ό,τι μετασχηματίστηκε σε ΣΥΡΙΖΑ διεκδικούσε να κυβερνήσει, υπερθεμάτισαν τη στρατηγική του Τσίπρα: εχθροπάθεια, αντιδυτικισμός, λαϊκιστική δημαγωγία.
Το αποτέλεσμα ήταν η ταραγμένη προηγούμενη δεκαετία και, ιδίως, οι κυβερνήσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που ξεγύμνωσαν τελετουργικά όχι μόνο την ηθική συγκρότηση της Αριστεράς αλλά, κυρίως, την ιδεολογικοπολιτική της ανεπάρκεια, τον αυταρχικό χαρακτήρα της, την επιπολαιότητα και τη χυδαιότητα πίσω από την οποία προσπαθούσαν να κρύψουν το κενό τους.
Έμειναν μια υπαρξιακή περιπέτεια την οποία γλιτώσαμε μέσω της αυτοακύρωσης ενός διχαστικού δημοψηφίσματος, ενός αχρείαστου μνημονίου, μιας χαμένης τετραετίας και της επιστροφή ενός μνησίκακου ριζοσπαστισμού που κρύφτηκε στην ήττα – και ήδη επιχειρεί να επανεμφανιστεί μέσω της επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο, με το προσωπικό του κόμμα που χρησιμοποιεί ως βάση μερικούς χρήσιμους καλοπροαίρετους και ό,τι απέμεινε από τα συντρίμμια του ΣΥΡΙΖΑ.
Συντρίμμια· αυτό είναι ό,τι έχει απομείνει από αυτό το μεταπολιτευτικό παραμύθι της Αριστεράς. Κι ένας λαϊκιστής, ο Τσίπρας, που επέστρεψε, πάνω από τα συντρίμμια, έτοιμος να πουλήσει μια νέα δόση εμφύλιου μίσους.
Με την ίδια συνταγή. Δείτε τι είπε, τις προάλλες, μιλώντας στο Περιστέρι: «Οπως οι Ελληνες την περίοδο της Κατοχής αναζητούσαν ελευθερία, όπως οι Ελληνες την περίοδο της χούντας αναζητούσαν δημοκρατία, έτσι και την περίοδο της μεγάλης και εκτεταμένης διαφθοράς οι Ελληνες αναζητούν εντιμότητα. Και για αυτό είναι υπεύθυνη αποκλειστικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη». Κατοχή, χούντα, Μητσοτάκης.
Ο ηγέτης της εχθροπάθειας σκαρφαλώνει ξανά στα συντρίμμια. Του περισσεύει ακόμα πολύ μίσος.








