Για χρόνια, οι δύο αυτοανακηρυχθέντες κληρονόμοι αρχαίων μεσογειακών πολιτισμών διατηρούσαν μια χλιαρή σχέση.

Η Ελλάδα υπήρξε μία από τις πλέον εχθρικές προς το Ισραήλ ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1949, η Αθήνα ακολουθούσε φιλοπαλαιστινιακή γραμμή και διατηρούσε στενούς δεσμούς με αραβικά κράτη, ενώ ήταν η τελευταία χώρα του ευρωπαϊκού μπλοκ που εγκαθίδρυσε πλήρεις, de jure σχέσεις με το Ισραήλ, μόλις το 1990.

Ακόμη και τότε, όμως, η σχέση παρέμεινε ψυχρή, επιβαρυμένη τόσο από τους παραδοσιακούς δεσμούς της Ελλάδας με κράτη της Μέσης Ανατολής που αντιτίθεντο στο Ισραήλ όσο και από τη στενή σχέση του ίδιου του Ισραήλ με την Τουρκία. Σημείο καμπής ήταν το επεισόδιο του «Mavi Marmara» το 2010, το οποίο οδήγησε τις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις σε βίαιη ρήξη.

Το Ισραήλ άρχισε να αναζητεί εναλλακτικούς εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα επιδίωξε να ενισχύσει τη θέση της στην Ουάσιγκτον ως αντίβαρο στην τουρκική επιθετικότητα. Εκτοτε, το σχήμα Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου εξελίχθηκε από μια χρήσιμη συνεργασία σε ίσως τη βαθύτερη στρατηγική συμμαχία του Ισραήλ έπειτα από εκείνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι Ελληνες φαίνεται να τη θεωρούν εξίσου επωφελή – όχι επειδή η συμμαχία με το Ισραήλ αποτελεί κάτι για το οποίο αισθάνονται ιδιαίτερη υπερηφάνεια.

Η δημόσια εικόνα του Ισραήλ έχει δεχθεί τεράστιο πλήγμα μετά τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια. Ο δεσμός αντέχει επειδή υπάρχει ένας κοινός αντίπαλος. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, δήλωσε ότι «οι Ισραηλινοί έχουν γίνει ένα βάρος που η ανθρωπότητα δεν μπορεί πλέον να αντέξει». Είχαν προηγηθεί, στις αρχές Ιουνίου, τα λόγια του Ερντογάν ότι «με τη θέληση του Αλλάχ, η Ιερουσαλήμ και τα περίχωρά της θα τεθούν υπό τον έλεγχό μας».

Ο απόηχος είναι ανησυχητικός. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε καλέσει την Ελλάδα να «θυμάται τη Σμύρνη» και είχε προειδοποιήσει ότι θα «κάνει ό,τι είναι αναγκαίο όταν έρθει η ώρα», προσθέτοντας πως «μπορεί να έρθουμε ξαφνικά μια νύχτα». Η απάντηση σε αυτή τη νεοοθωμανική ρητορική είναι η γαλανόλευκη συμμαχία. Πρόσφατη δημοσκόπηση του Liberal έδειξε ότι το 75% των Ελλήνων συμφωνεί με την εκτίμηση ότι «η Τουρκία φοβάται τη στρατιωτική ισχύ του Ισραήλ».

Το ποσοστό ανεβαίνει στο 84,8% μεταξύ των ψηφοφόρων της ΝΔ, στο 83,3% μεταξύ των υποστηρικτών της Πλεύσης Ελευθερίας και στο 78,6% μεταξύ όσων στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ. Η ισχυρότερη ένδειξη, όμως, είναι ότι η ίδια η Τουρκία αντιμετωπίζει τη συμμαχία ως απειλή για τις αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες.

Αυτό αποτυπώνεται όχι μόνο στη δημόσια συζήτηση αλλά και στην προσπάθεια που καταβάλλει η Αγκυρα για να υπονομεύσει τη συνεργασία, επιχειρώντας να πείσει τους Ελληνες ότι η φιλία με το Ισραήλ είναι αντιπαραγωγική. Οι τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών καλλιεργούν τη διχόνοια, μεταξύ άλλων, μέσω του κατασκευασμένου ισχυρισμού ότι ένα υποτιθέμενο «Μεγάλο Ισραήλ» περιλαμβάνει και την Ελλάδα.

Ο Σερνούρ Γιασικάγια, ανώτερος συντάκτης διεθνών θεμάτων της Yeni Şafak, έχει γράψει ότι το Ισραήλ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως «δούρειο ίππο» εντός της ΕΕ. Ο ίδιος ο Φιντάν ήταν ακόμη πιο ωμός, προειδοποιώντας ότι αυτή η συμμαχία – την οποία χαρακτήρισε «περικύκλωση της Τουρκίας από το Ισραήλ, την Ελλάδα και την ελληνοκυπριακή διοίκηση στην Κύπρο» – μπορεί να οδηγήσει σε «προβλήματα και πόλεμο».

Τελικά, η δύναμη αυτής της συμμαχίας μετριέται από την ανησυχία που προκαλεί στην Αγκυρα. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι ο ολοένα στενότερος άξονας μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου δεν αποτελεί ένα παροδικό διπλωματικό επεισόδιο, αλλά την απαρχή μιας νέας περιφερειακής πραγματικότητας – μιας πραγματικότητας που προσφέρει ένα ουσιαστικό αντίβαρο.

Η τουρκική πίεση, επομένως, δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της συμμαχίας. Είναι μια ακούσια παραδοχή της σημασίας της.

Ο δρ Νιλ Μπαρ είναι ακαδημαϊκός, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Χάιφα στο Ισραήλ και στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας στις ΗΠΑ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail