Πρόσφατα την κοινή γνώμη στην Ελλάδα απασχόλησαν οι πρώτες εθελόντριες γυναίκες, αλλά και οι γυναίκες στις τάξεις του ισραηλινού στρατού, μέσα από τις ανταποκρίσεις κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η συζήτηση για τον ρόλο των γυναικών στις Ένοπλες Δυνάμεις δεν αφορά πλέον μόνο τη διοικητική υποστήριξη, αλλά την πρώτη γραμμή της εθνικής άμυνας. Στο γεωπολιτικό περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα και η Τουρκία διατηρούν δύο από τους πιο ισχυρούς και ετοιμοπόλεμους στρατούς του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η ενσωμάτωση των γυναικών στα στρατιωτικά τους σώματα ακολουθεί διαφορετικούς ρυθμούς, επηρεασμένη από την κοινωνική κουλτούρα, τη νομοθεσία και τις αμυντικές ανάγκες της κάθε χώρας.
Στην Ελλάδα, η παρουσία των γυναικών στα χακί μετρά δεκαετίες, με το θεσμικό πλαίσιο να επιτρέπει την είσοδό τους στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων (Ευελπίδων, Ικάρων, Ναυτικών Δοκίμων) ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες. Σήμερα, οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 17% του συνολικού προσωπικού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ένα ποσοστό που ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον μέσο όρο των χωρών του ΝΑΤΟ.
Η πρόσφατη θεσμοθέτηση και ενεργοποίηση της εθελοντικής στρατιωτικής θητείας για γυναίκες με τις πρώτες εθελόντριες να παρουσιάζονται για εκπαίδευση στη Λαμία, αποτελεί ιστορικό ορόσημο. Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα δείχνει τη σαφή πρόθεση της Αθήνας να διευρύνει τη δεξαμενή του έμψυχου δυναμικού, προσφέροντας στις γυναίκες ίσα δικαιώματα, υποχρεώσεις και ευκαιρίες σταδιοδρομίας. Ελληνίδες υπηρετούν πλέον ως πιλότοι μαχητικών, κυβερνήτες πολεμικών πλοίων και μέλη των Ειδικών Δυνάμεων.
Περιορισμοί στην Τουρκία
Στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, η Τουρκία παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα. Παρά το γεγονός ότι ιστορικές φιγούρες όπως η Σαμπιχά Γκιοκτσέν, μια από τις πρώτες γυναίκες πιλότους μαχητικού στον κόσμο, προβάλλονται ως σύμβολα, η συνολική συμμετοχή των γυναικών στον τουρκικό στρατό παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, κινούμενη κοντά στο 0,3% με 1%. Οι γυναίκες στην Τουρκία δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική στράτευση, αλλά μπορούν να εισαχθούν στις στρατιωτικές ακαδημίες για να γίνουν μόνιμοι αξιωματικοί.
Αν και τα τελευταία χρόνια καταγράφονται ιστορικές προαγωγές, όπως η ανάδειξη της πρώτης γυναίκας ταξιάρχου στη Χωροφυλακή (Özlem Yılmaz) και της πρώτης γυναίκας υποναυάρχου στο Πολεμικό Ναυτικό, η τουρκική κοινωνία εξακολουθεί να βλέπει τη στρατιωτική θητεία ως ένα κατεξοχήν ανδρικό καθήκον. Επιπλέον, υπάρχουν περιορισμοί στην πρόσβαση γυναικών σε συγκεκριμένα μάχιμα σώματα, όπως το πεζικό και τα υποβρύχια.
Η σύγκριση των δύο συστημάτων αναδεικνύει μια σαφή ποιοτική και ποσοτική απόκλιση. Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη θεσμική ισότητα, δημιουργώντας υποδομές και μια κουλτούρα που επιτρέπει στις γυναίκες να εξελιχθούν μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας. Η εισαγωγή της εθελοντικής θητείας ενισχύει αυτό το μοντέλο, μετατρέποντας την άμυνα σε υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, αν και διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς παγκοσμίως, περιορίζει τον ρόλο των γυναικών κυρίως σε διοικητικές, τεχνικές ή υποστηρικτικές θέσεις.
Οι γυναίκες στον τουρκικό στρατό αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, καθώς οι παραδοσιακές κοινωνικές δομές και οι αντιλήψεις για τον ρόλο των φύλων επιβραδύνουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους και ίσως αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολήσει τις γυναίκες στη γειτονική χώρα, αρκεί βέβαια να καταφέρουν να ξεφύγουν από τα στερεότυπα που επικρατούν στην κατ’ όνομα μόνο δυστυχώς «κοσμική χώρα».
Συμπερασματικά, ενώ και οι δύο χώρες αναγνωρίζουν την αξία των γυναικών στην εθνική ασφάλεια, η Ελλάδα προηγείται σημαντικά στην πράξη. Η ελληνική προσέγγιση αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως ισότιμο μαχητή στο σύγχρονο πεδίο επιχειρήσεων.








