Το ΝΑΤΟ και η Τουρκία βρίσκονται σε μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης, όχι μονόπλευρης εξάρτησης. Η Τουρκία έχει ισχυρά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα:
Ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, τη μοναδική θαλάσσια δίοδο της Μαύρης Θάλασσας προς τη Μεσόγειο Θάλασσα. Συνορεύει με τη Ρωσία (διά θαλάσσης), τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, δηλαδή βρίσκεται στο κέντρο πολλών κρίσιμων περιοχών. Διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ. Εχει αναπτύξει σημαντική αμυντική βιομηχανία (ιδίως στα UAV) και επιδιώκει πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Για τους λόγους αυτούς, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί συχνά στις Συνόδους του ΝΑΤΟ να παρουσιάσει την Τουρκία ως αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο και να αποσπά πολιτικά ή αμυντικά ανταλλάγματα.
Ωστόσο, η εκτίμηση ότι «το ΝΑΤΟ έχει μεγαλύτερη ανάγκη την Τουρκία απ’ ό,τι η Τουρκία το ΝΑΤΟ» είναι περισσότερο αμφισβητήσιμη. Η Τουρκία εξακολουθεί να αποκομίζει πολύ σημαντικά οφέλη από τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Την πυρηνική αποτροπή λ.χ. των Ηνωμένων Πολιτειών, πρόσβαση σε τεχνολογία, εκπαίδευση και διαλειτουργικότητα, ενίσχυση της διεθνούς της επιρροής μέσω της Συμμαχίας και αποτρεπτική ισχύ απέναντι σε περιφερειακές απειλές. Από την άλλη, το ΝΑΤΟ θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες χωρίς την Τουρκία, αλλά δεν θα έπαυε να λειτουργεί. Αντίθετα, η αποχώρηση της Τουρκίας από τη Συμμαχία θα είχε επίσης σημαντικό κόστος για την ίδια, τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά.
Επομένως, η πιο ισορροπημένη γεωπολιτική εκτίμηση είναι ότι η Τουρκία αξιοποιεί κάθε Σύνοδο του ΝΑΤΟ για να υπογραμμίσει την αυξημένη στρατηγική της αξία και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Αυτό είναι ρεαλιστικό. Αντίθετα, η θέση ότι η Συμμαχία χρειάζεται την Τουρκία πολύ περισσότερο από όσο η Τουρκία χρειάζεται τη Συμμαχία είναι μάλλον υπερβολική. Η πραγματικότητα είναι μια σχέση ισχυρής αλληλεξάρτησης, στην οποία η σημασία της Τουρκίας έχει αυξηθεί ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.








