Καθώς οι ΗΠΑ αποσύρονται από την Ευρώπη υπό τη δεύτερη κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, όχι μόνο μειώνουν τη στρατιωτική τους παρουσία και αμφισβητούν τις εγγυήσεις ασφαλείας τους, αλλά και αποποιούνται την de facto (αλλά ποτέ επίσημα δηλωμένη) ηγεσία τους στη γεωπολιτική Δύση. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν έναν πολιτικό ηγετικό ρόλο που ασκούσαν στη Δυτική Ευρώπη από το 1945 και στην Ευρώπη συνολικά από το 1990. Το προφανές επακόλουθο είναι ότι η Ευρώπη θα μείνει μόνη της και θα πρέπει να λύσει τα γεωπολιτικά προβλήματα και προκλήσεις μόνη της. Ωστόσο, η Ευρώπη δεν μπόρεσε να επιδείξει γεωπολιτική ηγεσία από τις αρχές του 20ού αιώνα. Επομένως, οι προσπάθειές της να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

«Ευρώπη» δεν σημαίνει μόνο Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ΕΕ αναμφίβολα παίζει κεντρικό ρόλο στις οικονομικές υποθέσεις, στηρίζοντας μια κοινή αγορά και τελωνειακή ένωση, κοινό νόμισμα και κεντρική τράπεζα, ένα υπερεθνικό νομικό και κανονιστικό πλαίσιο και, πάνω απ’ όλα, ισχυρές εξωτερικές εμπορικές σχέσεις. Το ΝΑΤΟ παραμένει επίσης απαραίτητο για την ασφάλεια της ηπείρου – ακόμη και αν θα είναι πολύ πιο αδύναμη χωρίς τη συμμετοχή της κορυφαίας υπερδύναμης του κόσμου.

Παραμένει, όμως, ένα μεγάλο ερώτημα: ποιος υποτίθεται ότι θα ηγηθεί αυτής της εύθραυστης, πολιτικά ημιτελούς οντότητας; Καμία ευρωπαϊκή δύναμη δεν έχει τα μέσα να το κάνει μόνη της. Καμία δεν έχει την απαραίτητη κλίμακα από άποψη εδάφους και πληθυσμού, οικονομικής ισχύος ή τεχνολογικού και οικονομικού δυναμικού. Επιπλέον, απαιτούνται δύο άλλα άυλα στοιχεία για την αποτελεσματική διακυβέρνηση: μια μακρά ιστορική παράδοση παροχής περιφερειακής ηγεσίας και ένας πληθυσμός αφοσιωμένος στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Οπως έχουν τα πράγματα, μόνο η Γαλλία και η Γερμανία μπορούν να εκπληρώσουν αυτές τις προϋποθέσεις.

Η αποχώρηση της Αμερικής από την Ευρώπη αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση για τη Γερμανία, ειδικά στο πλαίσιο της σημερινής στρατιωτικής συσσώρευσης και της ενίσχυσης των νεοεθνικιστικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της Γερμανίας. Επί δεκαετίες, η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ καθησύχαζε πολλούς Ευρωπαίους, και όχι μόνο τους πρώην αντιπάλους της Γερμανίας, οι οποίοι φοβόντουσαν την αναβίωση της γερμανικής ισχύος. Αυτός ο παράγοντας θα απουσιάζει και στο μέλλον, απαιτώντας από τη Γερμανία να δείξει ακόμη μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στην ιστορία της.

Η πρόοδος της Ευρώπης καθοδηγείτο πάντα από κοινές πρωτοβουλίες, οι περισσότερες από τις οποίες αναπτύχθηκαν από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Υπό την πίεση της ρωσικής επιθετικότητας και μιας ολοένα και πιο εχθρικής κυβέρνησης των ΗΠΑ, άμεση προτεραιότητα είναι η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ενωσης. Ωστόσο, δεδομένης αυτής της ανάγκης και του απαραίτητου ρόλου της γαλλογερμανικής ηγεσίας στην αντιμετώπισή της, η κατάρρευση του κοινού γαλλογερμανικού έργου του μελλοντικού συστήματος αεροπορίας μάχης (FCAS) θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν τεράστια πυρκαγιά. Εάν αυτή η αποτυχία αποτελεί προεπισκόπηση του τι πρόκειται να συμβεί, η Ευρώπη είναι ήδη καταδικασμένη.

Δυστυχώς, τώρα έχουμε πολιτικά αδύναμες κυβερνήσεις και στις δύο πλευρές του Ρήνου. Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει μόνο έναν χρόνο μπροστά του, μετά τον οποίο η Γαλλία μπορεί κάλλιστα να εκλέξει έναν ακροδεξιό ευρωσκεπτικιστή από το κόμμα Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λε Πεν. Και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσον καιρό θα παραμείνει στο αξίωμα ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, δεδομένων της χαμηλής δημοφιλίας της κυβέρνησής του και των ανησυχητικών οικονομικών δεικτών της Γερμανίας.

Ωστόσο, αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρή ηγεσία τόσο στο Παρίσι όσο και στο Βερολίνο. Θα χρειαστούν φιλόδοξοι, καθαροί και προνοητικοί πολιτικοί για να ξεκινήσουν και να διατηρήσουν τις πρωτοβουλίες που απαιτεί αυτή η στιγμή – ξεκινώντας με μια αμυντική ένωση.

Εμείς οι Ευρωπαίοι ζούμε σε ειρήνη για περισσότερα από 80 χρόνια. Αλλά θα έπρεπε να έχουμε μάθει μέχρι τώρα ότι η ιστορία μπορεί να είναι σκληρή και αδυσώπητη. Κανείς δεν έρχεται να μας σώσει αυτή τη φορά. Θα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.

Ο Γιόσκα Φίσερ, υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005, ήταν ηγέτης του γερμανικού Πράσινου Κόμματος επί σχεδόν 20 χρόνια.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail