Ε γκατέλειψε την Κουμουνδούρου επειδή δεν μπορεί να διανοηθεί την ύπαρξη ενός συριζαϊκού ψηφοδελτίου απέναντι στον Τσίπρα, δήλωσε. Σέβεται, όμως, την πολιτική του ελασίτικου μαγαζιού να μην κάνει προκρατήσεις θέσεων, συμπλήρωσε. Γι’ αυτό, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου στηρίζει τον νέο φορέα. Αλλά, αναμένει να την κρίνει εκείνος πρώτα – να αποφανθεί αν αξίζει να ζωστεί τ’ άρματά του. Καθόλου απρόσμενο, κάποτε, στη μνημονιακή περίοδο, χρειάστηκε να περιμένει
μια τετραετία από τη στιγμή που κατακεραύνωσε όποιους «δαιμονοποιούν τον ΣΥΡΙΖΑ, με κινδυνολογία που θυμίζει όσα λέγονταν τη δεκαετία του ‘70 για το ΠΑΣΟΚ», μέχρι την ημέρα του 2018 που επιβραβεύθηκε με έναν υπουργικό θώκο στην κυβερνώσα Αριστερά. Υπήρξε, για να το πούμε με διαφορετικά λόγια, πάντα το καλό για κάθε αρχηγό της στέλεχος: αφοσιωμένο στα όρια της δημόσιας αφωνίας για τα «τζιζ» θέματα, όποτε χρειάστηκε, και μακριά από εσωκομματικές ίντριγκες.
Παρότι δεν έγινε αμέσως δεκτή με ενθουσιασμό στον ΣΥΡΙΖΑ – μια και θεωρείτο πολύ «πασόκα» για τα γούστα ορισμένων ορίτζιναλ αριστερών – με το πέρασμα του χρόνου ενσωματώθηκε στο κόμμα ευκολότερα από άλλους πασοκογενείς του. Τι κι αν είχε διατελέσει υπουργός του Κινήματος και του Λουκά Παπαδήμου; Τι κι αν υπήρξε γραμματέας του ΠΑΣΟΚ; Τι κι αν είχε ψηφίσει το πρώτο μνημόνιο; Τι κι αν είχε κάνει το αγροτικό της στην πολιτική ως επιστημονικός συνεργάτης της πράσινης ευρωομάδας και στο γραφείο του επιτρόπου Χρήστου Παπουτσή; Τι κι αν έφερε την ταμπέλα του ανθρώπου του ΓΑΠ; Ο Τσακαλώτος την έχει χαρακτηρίσει «την καλύτερη μεταγραφή στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ».
Το κομπλιμέντο εξηγείται. Οσοι έχουν συνεργαστεί μαζί της, είτε στις τρεις πασοκικές της δεκαετίες, είτε στη συριζαϊκή της οκταετία, συμφωνούν ότι η εργατικότητά της κερδίζει τους γύρω της. Το ίδιο κι οι χαμηλοί της τόνοι. Αυτή η παντελής έλλειψη φλογερού ταμπεραμέντου της εξασφάλισε τη συντροφική αποδοχή.
Σύμφωνα με ιστοριοδίφη της πρώτης φοράς Αριστερά, ήταν ένα από τα ελάχιστα μέλη του τσιπρικού υπουργικού συμβουλίου που φρόντιζαν να μιλάνε στα μίντια αποκλειστικά για ζητήματα του χαρτοφυλακίου τους. Ολα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της κάνουν εκείνους που τη συμπαθούν να την αποκαλούν «σοβαρή».
… και από την ανάποδη
Α κριβώς τα ίδια, βέβαια, επικαλούνται όποιοι την αντιπαθούν πριν την περιγράψουν ως «αδιάφορη, απρόσιτη και στρυφνή». Μια μικρή ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι η κομματική προέλευση των επικριτών της. Η πλειονότητά τους είναι ΠΑΣΟΚ, όχι ΣΥΡΙΖΑ.
Αν κι οι πρώτοι της αναγνωρίζουν πως ποτέ δεν επιτέθηκε στο παλιό της κόμμα, όπως άλλοι γενίτσαροι, την έχουν αξιολογήσει «ακατάλληλη για νούμερο 2 του ΠΑΣΟΚ» (στο πράσινο σύμπαν το πόστο του γραμματέα ήταν ανέκαθεν σημαντικότερο απ’ ό,τι στα υπόλοιπα κόμματα). «Δεν είχε την ευελιξία να συζητάει με όλες τις φυλές», αναφέρει μια πηγή. «Δεν είχε το απαραίτητο πολιτικό βάρος», προσθέτει μια άλλη. Εξού κι όταν ο Τσίπρας την ενέταξε στην κυβέρνησή του, στο πλαίσιο ενός απ’ τα πολλά του ανοίγματα στην Κεντροαριστερά, αρκετοί πασόκοι έλεγαν «σιγά, τη Μαριλίζα πήρε». Το πρωθυπουργικό περιβάλλον, από την άλλη, διαφήμιζε ότι είχε προσηλυτίσει ένα άλλοτε υψηλόβαθμο στέλεχος της Χαριλάου Τρικούπη.
Κακές γλώσσες χρησιμοποιούσαν από παλιά τη λέξη «άχρωμη» σε κάθε περίπτωση που καλούνταν να σχολιάσουν την πολιτική της παρουσία. Ωστόσο, και σήμερα συριζαίοι πρώην σύντροφοι της – σαν αυτούς που έγιναν τέως πριν από εκείνους – δεν έχουν να της καταλογίσουν μια κακή κουβέντα σε βάρος του
κόμματός τους.
Αποφεύγει τόσο τις εντάσεις που δυσκολεύεται κανείς να ανακαλέσει στη μνήμη του τι έκανε το κασσελακικό έτος του ΣΥΡΙΖΑ. Οι αμύητοι στα παρασκήνια θυμούνται μόνο πως στο συνέδριο του 2024 ακούστηκε η φωνή της από τα ξεχασμένα ανοιχτά μικρόφωνα να λέει: «Δεν γινόταν να μη σώσουμε το σπίτι μας, αγάπη μου».
Η ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της συγκίνηση στην πρόσφατη συνεδρίαση της ΚΕ δεν εκλήφθηκε από άπαντες τους παριστάμενους ως ειλικρινής. Η αιχμή πως «ετοιμάζεται να βάλει τα κλάματα αλλά θα φύγει», ψιθυρίστηκε έξω από την αίθουσα. Πάντως, ελάχιστοι αριστεροί αμφιβάλλουν ότι ένιωθε καλύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ παρά στο ΠΑΣΟΚ.
Ανθρωπος που γνωρίζει πώς σκέφτεται το στενό προεδρικό επιτελείο στην Αμαλίας στοιχηματίζει ότι θα περάσει χωρίς κόπο το face-control. «Αλλωστε, δεν είχε προσωπική εμπλοκή σε εσωκομματικούς τσακωμούς», σημειώνει. Σύμφωνοι. Παρ’ όλα αυτά, το προσόν της Ξενογιαννακοπούλου που θα εκτιμηθεί περισσότερο εκεί συνοψίζεται στο μότο της πολιτικής της σταδιοδρομίας, στο «ό,τι πει ο πρόεδρος».








