Ας το ξαναγράψω και αυτή τη φορά. Υπάρχει μία Ελλάδα που ζει στη σκόνη που σηκώνουν οι περιφερόμενοι πολιτικοί, τα σκαμπανεβάσματα των μικροκομμάτων ΙΧ και ο σαματάς των ΜΜΕ. Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα των πιο καθημερινών ανθρώπων που ζουν στους δικούς τους ρυθμούς, με τις διαφορές και τις αντιθέσεις τους, αλλά σε άλλη ατμόσφαιρα. Αυτή δεν είναι μια «αντιπολιτική» κριτική του συρμού, άλλωστε αυτή η απόκλιση δεν είναι κάτι καινούργιο, την έχουμε ζήσει αρκετές φορές στη μεταπολιτευτική περίοδο. Αλλο όμως να τη ζεις στο πλαίσιο και την ασφάλεια ενός δομημένου κομματικού συστήματος και άλλο στο σημερινό ιδιόμορφο, κατακερματισμένο και ευτελισμένο πολιτικό – μιντιακό σύστημα.
Η αντίθεση αυτή θέτει ένα δίλημμα στους σχεδιαστές της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων, που εδώ δεν μας αφορά, αναδεικνύει όμως και ένα ερώτημα για την πορεία της χώρας που μας αφορά. Η προεκλογική μάχη οξύνει τον κομματικό ανταγωνισμό και τον μικροκομματικό εκχυδαϊσμό του δημόσιου λόγου. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν τους επόμενους μήνες η Ελλάδα του σαματά και της δημαγωγίας θα υποχρεώσει την Ελλάδα των καθημερινών ανθρώπων που προσπαθεί να βρει τον δρόμο της, σε νέα υποχώρηση. Δεν αναφέρομαι στο όποιο μελλοντικό εκλογικό αποτέλεσμα, ούτε υποτιμώ την ένταση, την πόλωση και την οργή που διατρέχουν την κοινωνία. Υπάρχουν όμως και οι ενδείξεις ότι πίσω από αυτά διατηρούνται κάποιες σταθερότερες αντιλήψεις και ότι εξελίσσονται κάποιες αργές διεργασίες επούλωσης των τραυμάτων της προηγούμενης δεκαετίας.
Υπό μία έννοια, επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο της μεταπολιτευτικής πολιτικής ιστορίας μας. Η Ελλάδα πέρασε κατά καιρούς περιόδους πόλωσης και έντασης. Δεν διέθετε θεσμικό επιδιαιτητή, ούτε στο μακρινότερο παρελθόν άλλωστε διέθετε. Η βασιλεία συνήθως ήταν πρωταγωνιστής των εθνικών διχασμών, παρά επιδιαιτητής. Η προηγούμενη εμπειρία λέει ότι η νέα ισορροπία που αποκαθίστατο μετά την όξυνση ήταν το αποτέλεσμα δύο αλληλεξαρτημένων αλλά διακριτών διεργασιών. Από τη μια σε επίπεδο πολιτικών ελίτ βρισκόταν ένα νέο modus vivendi λιγότερο συγκρουσιακό και περισσότερο παραγωγικό.
Από την άλλη άλλαζε βαθμιαία η ψυχολογία και η διάθεση της κοινωνίας μέσω μιας αυτοτελούς και σχεδόν ενστικτώδους διαδικασίας εκμάθησης που έλεγε «καλά το γαλάζια και τα πράσινα καφενεία, αλλά χρειάζεται να βρούμε και κάποιους κοινούς τόπους και στόχους». Στη νέα ισορροπία συνεργούσε το διεθνές και το ευρωπαϊκό περιβάλλον όταν έδειχνε μια σαφή πολιτική – πολιτισμική κατεύθυνση την οποία συνήθως τα εκάστοτε «άκρα» κατήγγειλαν σαν «ενιαία σκέψη».
Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η κοινωνία αναζητά μια νέα ισορροπία μετά την οδυνηρή περιπέτεια της χρεοκοπίας και σε πείσμα των παροξυστικών φαινομένων του κομματικού – μιντιακού συστήματος. Ασφαλώς η αναζήτηση αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη, επισφαλής και αμφίβολης κατάληξης σε σχέση με προηγούμενες φάσεις της μεταπολίτευσης. Οι αιτίες είναι ευνόητες. Ο βαθμός της πόλωσης την περίοδο της χρεοκοπίας έφτασε στα όρια ενός άοπλου εμφύλιου χαρακώνοντας βαθιά το κοινωνικό σώμα, ενώ για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση φάνηκε να διακυβεύεται η γεωπολιτική θέση της χώρας. Στη συνέχεια βιώνουμε μαζί με όλον τον κόσμο, την εποχή των «πολυκρίσεων», διαφορετικών αιτίων αλλά επάλληλων και αθροιζόμενων επιπτώσεων (χρηματοπιστωτική, μεταναστευτική, πανδημία, πόλεμοι, πληθωρισμός, κ.λπ.).
Ομως στην Ελλάδα εκδηλώθηκε επίσης μια βαθιά ιδεολογικο-πολιτική «πολυκρίση» με επίκεντρο την Αριστερά και την Κεντροαριστερά, γεγονός που αποτυπώνεται και στον σημερινό κατακερματισμό του αντιπολιτευτικού χώρου. Η αποτυχία του Αντιμνημονίου αποδόμησε τόσο τη δογματική νεοκομμουνιστική συνιστώσα, όσο και την κινηματική αντιπαγκοσμιοποιητική συνιστώσα της «γενιάς Τσίπρα» που συμβίωναν στον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτά προστέθηκαν δύο επιβαρυντικές ιδεολογικές εξελίξεις με διεθνείς διαστάσεις. Από τη μια, η υποχώρηση της Σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο εκλογικά όσο και ως θεωρητική αφετηρία παραγωγής δημόσιας πολιτικής. Από την άλλη, η εξάντληση του «δικαιωματισμού» ως νέου ιδεολογικού πλαισίου μιας ορισμένης Αριστεράς. Να το διευκρινίσουμε.
Στην Ελλάδα δεν υπήρξε η υπερβολή της woke/cancel culture την οποία λανσάρισε μια «φουκωικής» έμπνευσης Αριστερά όπως π.χ. στις ΗΠΑ, ούτε επικράτησε μια «πολιτική των ταυτοτήτων» βασισμένη στη «διαφορετικότητα» και τον αντιδυτικισμό εις βάρος της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων που από πάντα πρέσβευε η ιστορική Αριστερά. Εδώ αντιθέτως ο «δικαιωματισμός» συνέβαλε να διευρυνθούν τα ατομικά και μειονοτική δικαιώματα.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν αποτελούσε μια επαρκή ιδεολογική απάντηση στην κρίση που δοκιμάζει την Αριστερά, ούτε εδώ ούτε στην Ευρώπη, πόσω μάλλον που ο φιλελευθερισμός συνήθως ενσωματώνει εύκολα τα σχετικά αιτήματα. Και επειδή είναι στην επικαιρότητα, αυτό συνέβη με τον περίφημο γάμο των ομόφυλων ζευγαριών που καθιερώθηκε από την κεντροδεξιά κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Σήμερα η Ακροδεξιά ωρύεται και πιέζει τη ΝΔ, αλλά η ελληνική κοινωνία βαθμιαία αποδέχτηκε το μέτρο – και σε κάθε περίπτωση έχει άλλα να ασχοληθεί. Το 2015 συμφωνούσε το 36,4% ενώ το 2024 το 60% (ΔιαΝΕΟσις, Τι πιστεύουν οι Ελληνες, έτος 2024). Και σε αυτή την περίπτωση συναντάμε ένα σύνηθες μοτίβο της μεταπολιτευτικής μας εξέλιξης: τη σταδιακή και βαθμιαία προσαρμογή σε ανοιχτότερες και δημοκρατικότερες αντιλήψεις – ποιος θυμάται σήμερα ότι κάποτε αυτή η κοινωνία είχε σκοτωθεί για το θρήσκευμα στις αστυνομικές ταυτότητες!
Ποιες ενδείξεις έχουμε ότι η Ελλάδα των καθημερινών ανθρώπων ανιχνεύει αυθορμήτως ή αναζητά συνειδητά μια νέα ισορροπία σε πείσμα της μικροκομματικού μπάχαλου; Κατ’ αρχάς, ο κομματικός ανταγωνισμός γίνεται περισσότερο κεντρομόλος, τα «παραδοσιακά» κόμματα (ΝΔ, ΕΛΑΣ/Τσίπρας, ΠΑΣΟΚ) φαίνεται βαθμιαία να πρωταγωνιστούν περιθωριοποιώντας τον εσμό των ΙΧ κομματιδίων με τους περίεργους «αρχηγούς». Σαν και τα τρία να υποχρεώνονται να δράσουν ως εκπρόσωποι των τριών ιστορικών παρατάξεων, απευθυνόμενα στις μεγάλες πλειοψηφίες και όχι σε τεμαχισμένα «ειδικά» κοινά ή στα «άκρα».
Ποιο είναι το εύρος των ακροατηρίων τους αθροιστικά; Στον δημόσιο λόγο κυκλοφορούν κατά κόρον δύο αριθμοί 40% – 60%. Η αρχική αναφορά είναι προφανώς το αλήστου μνήμης δημοψήφισμα του 2015. Η ίδια δοσολογία θεωρήθηκε τα επόμενα χρόνια ως αντίθεση μεταξύ του ορθολογισμού (40%) και ανορθολογισμού (60%). Λίγο τα ξυλόλια, λίγο ο εσμός των μικροκομμάτων, ενίσχυσαν αυτή την εικόνα.
Η άποψή μου είναι ότι ο συσχετισμός είναι αντίστροφος. Ενα 60% – 70% της κοινωνίας κινείται και προσβλέπει σε μια ορθολογικότερη και ασφαλέστερη εθνική πολιτική ζωή. Σαν το 71% που βλέπει την Ευρώπη ως ασφαλές καταφύγιο σε έναν κόσμο επικίνδυνο (Ευρωβαρόμετρο, άνοιξη 2026) ή σαν το 69% που εξακολουθεί να εκφράζεται από τις κλασικές ιδεολογίες φιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία, δημοκρατικός σοσιαλισμός, νεοφιλελευθερισμός, οικολογία (ΔιαΝΕΟσις, έτος 2024).
Τους προσεχείς μήνες θα δούμε αν οι πιο πάνω υποθέσεις ανταποκρίνονται σε φανερές ή υπόγειες διεργασίες της κοινωνίας. Θα δούμε αν κατά την προεκλογική περίοδος η Ελλάδα του σαματά θα πάρει το πάνω χέρι ή αν αντιστρόφως, η Ελλάδα των καθημερινών ανθρώπων θα οριοθετήσει τις ακρότητες της μικροπολιτικής και της πολιτικής βίας.
ΤΕΤΑΡΤΗ, 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016, ώρα 18.50, ενώ έγραφα τις τελευταίες γραμμές που διαβάσατε, γνωστοποιήθηκε ο θάνατος της Βάγιας Νέστορα, πρώτο θύμα της νέας τρομοκρατίας. Γροθιά στο στομάχι. ΩΣ ΕΔΩ το μόνο που μπορείς να προσθέσεις. Είχε προηγηθεί η φασιστική εμφάνιση, εν είδει ρουβικωΝΑΖΙ, στην πόλη όπου μια τέτοια αντισημιτική εκδήλωση θα έπρεπε να είναι αδιανόητη.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο








