Θα έπρεπε κάποτε να γραφεί ένα εκτενές δοκίμιο, ή και βιβλίο ολόκληρο, για την ποίηση όπως την διακόνησαν πολιτικά πρόσωπα, ή πρόσωπα που ο δημόσιος βίος τους, απέκτησε ένα μεγάλο εκτόπισμα (όπως, για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, ο Φώτης Κουβέλης, χθες ακόμη ο Προκόπιος Παυλόπουλος), κυρίως για την τόλμη τους όχι μόνο να γράψουν ποιήματα, αλλά κυρίως να τα δημοσιοποιήσουν.

Αν και γνώριζαν την επιφύλαξη ή και την άρνηση την συνδυασμένη ωστόσο με μια ισχυρή μορφή προκατάληψης που θα συναντούσαν, εμφανιζόμενοι σε μια περιοχή με απαράβατη προϋπόθεση την ευαισθησία, ενώ ο καθεαυτός χώρος άσκησης των δραστηριοτήτων τους είναι συνδυασμένος με μιαν, αν όχι αναισθησία, οπωσδήποτε συμβιβασμού με καταστάσεις οδυνηρές, ή λήψης αποφάσεων που με τον επιεικέστερο τρόπο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως απάνθρωπες. Με τα ίδια τα ποιήματα, όσο σημαντικά και αν θα μπορούσε να είναι, να αδυνατούν να πείσουν, αφού θα ήταν σαν να μένουμε κατάπληκτοι σε περίπτωση (για παράδειγμα) που ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης ή ο πεζογράφος Ε.Χ Γονατάς είχαν ασχοληθεί με την πολιτική και τα είχαν κάνει μαντάρα.

Θα είχαμε χίλιους δυο λόγους να μην εντάξουμε στην «κατηγορία» αυτή τον Μιχ. Δ. Στασινόπουλο, πρώτο πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας στα 1974 (είχε προηγηθεί η θέση του ως προέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας), όχι μόνον γιατί όσο καλός ποιητής και αν λογαριαζόταν, θα ήταν αδύνατον, σε περίπτωση που είχε υπάρξει σε πολιτικό επίπεδο μια οποιαδήποτε σκιά στον βίο και στην πολιτεία του, να τον έχει περιλάβει όσο και αν θα του άρεσε στην έξοχη ανθολογία του «Χαμηλή φωνή» (με το ποίημα του «Τα έρημα κέντρα») ο αριστερός ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης.

Είχε δώσει πριν από πολλά χρόνια τα διαπιστευτήρια μιας απαράμιλλης ευαισθησίας ο ίδιος που, αν και νομικός και έχοντας ομολογήσει πως αν η ζωή του θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε δύο μόνο λέξεις θα ήθελε οι λέξεις αυτές να είναι «Ποίηση και Δικαιοσύνη», δεν δίστασε να παραβεί τον νόμο (κάτι μάλλον πρωτοφανές στα παγκόσμια χρονικά) με μια κίνησή του, πράξη καλύτερα, καθώς με την καταπάτησή του αισθανόσουν την δικαιοσύνη, αντί να συρρικνώνεται, να μεγεθύνεται στον υπέρτατο βαθμό. Το έχει καταγράψει ο ίδιος το περιστατικό αυτό, σε ένα έξοχο αυτοβιογραφικό του κείμενο, με τον τίτλο «Το μοσχαράκι». (Ενα κείμενο που στάθηκε αφορμή για να συγκεντρώσουμε σε έναν πολυσέλιδο τόμο αφηγηματικά κείμενα, από τον Παπαδιαμάντη ως τον Σωτήρη Δημητρίου, τόσο συγκινητικά όλα τους ώστε να του δώσουμε τον τίτλο «…των δακρύων»).

Το περιστατικό δεν είναι άλλο παρά η αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας όταν καθηγητής ο Στασινόπουλος στο μάθημα του Διοικητικού Δικαίου στην τότε Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, αρχές της δεκαετίας του ’60, έτυχε να ακούσει έναν φοιτητή του χωρίς να το έχει αντιληφθεί ο ίδιος, να εξιστορεί τις περιπέτειές του προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα για να έρθει από το χωριό του, ένα χωριό της Θεσσαλίας, στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις. Τα χρήματα εξασφαλίστηκαν πουλώντας ο πατέρας του φοιτητή το τελευταίο περιουσιακό τους στοιχείο, ένα μοσχαράκι. Η θυσία όμως στάθηκε μάταιη και άχρηστη καθώς ο ίδιος έφτασε στην πρωτεύουσα την επομένη των εξετάσεων.

Ο ποιητής όμως Στασινόπουλος αισθάνθηκε όχι μόνο το εξαιρετικό των περιστάσεων, αλλά και ένα μοσχαράκι να τον προκαλεί να λογοδοτήσει ώστε, παρανομώντας, κάλεσε τον ταλαιπωρημένο φοιτητή αν και εκπρόθεσμο να συμμετάσχει στις εξετάσεις, γράφοντας πάνω σε ένα καινούργιο βέβαια θέμα, μέσα σε μια έρημη αίθουσα διδασκαλίας με επιτηρητή τον ίδιο τον Στασινόπουλο. Και αν αυτή η «παρανομία» αποκαλύπτει το μέγεθος της αισθηματικής του συγκρότησης, της απολύτως ωστόσο αντιληπτής μέσα στο σύνολο των ποιημάτων του, για την ακρίβεια, εξίσου μεγάλη, θα χαρακτήριζε κανείς την «διάχυσή» του μέσα στον καλλιτεχνικό χώρο, έστω και αν δεν την επιδίωξε συνειδητά ο ίδιος, αν θυμηθούμε την ρητή αναγνώριση του Μένη Κουμανταρέα πως το μυθιστόρημά του «Ο ωραίος λοχαγός», θα υπολειπόταν σε σχέση με την πληρότητα που το χαρακτηρίζει σήμερα, αν ο Στασινόπουλος δεν του είχε δώσει, ως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας τις τόσο πολύτιμες και αναντικατάστατες πληροφορίες του. Θα ήταν αδύνατο να έχει γραφεί καθώς πολλές του σελίδες, αλλά και η ίδια η ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος, προϋποθέτουν μια γνώση όσον αφορά τα γραφεία και τους ανθρώπους που τα επανδρώνουν του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τους ποιητές, αλλά και με τους άλλους ανθρώπους και με τον Θεό, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως όσο «διανοουμενίστικος» παραμένει ο τόνος στο σύνολο των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Τσάτσου, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ή του Προκόπιου Παυλόπουλου, άλλο τόσο πλήρως αισθηματικά ως μορφή και ως περιεχόμενο θα χαρακτήριζες τα ποιήματα του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου (ενδεικτικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς τα ποιήματα «Ο μικρός επαρχιώτης», «Η Μαρία θυμάται τον πατέρα», «Ιστορία για τα αδημοσίευτα ποιήματα», «Τ’ άλογο του σκακιού», «Τέλλος Αγρας»). Σε βαθμό που να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν μια ποίηση προορισμένη να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής, δεν μιλάμε για σήμερα, αλλά κυρίως για την εποχή της, να έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη ώστε να μην την έχουν συχνά υποψιαστεί ακόμη και φοιτητές του, ενώ ο ίδιος ο Στασινόπουλος διέγραφε την τόσο επιτυχημένη ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία.

Δεν αποκλείεται σε τελευταία ανάλυση μια, αν μη τι άλλο παράξενη, μορφή δικαιοσύνης να λειτουργεί σχεδόν απαγορευτικά όταν πρόκειται για το δισυπόστατο ενός ανθρώπου και η ζυγαριά, αντί να ισορροπεί ανάμεσα στις δύο εκδοχές της δημιουργικότητάς του, να γέρνει αποφασιστικά προς την περισσότερο λαμπερή. Την απορριπτέα ωστόσο από τον ίδιο τον Στασινόπουλο που, αν και δικαιούνταν λόγω του αξιώματός του ως Προέδρου της Δημοκρατίας μια ισόβια φύλαξη, να έχει ζητήσει από την Πολιτεία την απόσυρση οποιασδήποτε μορφής ασφάλειάς του ώστε οι περίοικοι και οι περαστικοί από την οδόν Ταϋγέτου 7, όπου έμενε, στην Φιλοθέη, να διακρίνουν ένα άδειο φυλάκιο.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail