Γνωρίζω τον συγγραφέα, εκδότη, κριτικό κινηματογράφου και ενίοτε σκηνοθέτη Γιάννη Σολδάτο τουλάχιστον τριάντα χρόνια, οπότε αυτή η συνάντησή μας δεν είναι για μια τυπική συνέντευξη. Σε ό,τι αφορά τις εκδοτικές δουλειές του Σολδάτου, έχω ασχοληθεί κατά καιρούς μαζί τους, καθώς ο Αιγόκερως, ο οίκος τον οποίο διευθύνει εδώ και 47 χρόνια, ειδικεύεται στις εκδόσεις κινηματογραφικών βιβλίων.

Η «Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου» του ίδιου του Σολδάτου έχει υπάρξει πολύτιμο βοήθημά μου (προσφάτως κυκλοφόρησε και μια συνοπτική έκδοση του ίδιου πονήματος). Το «Λεξικό ελληνικών ταινιών» του Στάθη Βαλούκου που ο Σολδάτος εξέδωσε εξακολουθεί να είναι στο ράφι δίπλα στο γραφείο μου, όπως και τα λεξικά ελλήνων και ξένων σκηνοθετών, εκδόσεις που μια φορά και έναν καιρό, πολύ πριν το Ιντερνετ μπει στη ζωή μας και την αλλάξει διά παντός, ήταν πολύτιμα εργαλεία. Ομως ο Σολδάτος είναι επίσης σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ (έχω εμφανιστεί στο «Θόδωρος Αγγελόπουλος – Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ο καθένας και η μουσική του», 2022, που συν-σκηνοθέτησε με τον Αντώνη Κόκκινο) και μυθοπλασίας («Το αίνιγμα»). Είναι θεατρικός συγγραφέας αλλά και συγγραφέας μυθιστορημάτων μυθοπλασίας. Το τελευταίο μυθιστόρημά του, «Αθηνογραφία» (Αιγόκερως), ήταν τυπικά η αφορμή αυτής της συνάντησης. Ομως στο μυαλό μου έχω ένα «σκανάρισμα» όλης της ζωής και πορείας του.

Αφού παραγγέλνουμε, μπαίνουμε αμέσως στο ψητό μιλώντας για το ελληνικό σινεμά, και δη το σύγχρονο, στον κόσμο του οποίου ο Γιάννης Σολδάτος θεωρεί ότι ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Πάνος Χ. Κούτρας είναι τα δύο πρόσωπα σκηνοθετών που αυτή τη στιγμή ξεχωρίζουν. «Είναι σε όλα τους άρτιοι και δεν μπορούν να κάνουν κακή ταινία», είπε μιλώντας για τον σκηνοθέτη του «Σπιρτόκουτου» και της «Σπασμένης φλέβας» και τον σκηνοθέτη της «Στρέλλας» και του «Xenia». «Δεν μιλώ για τον Γιώργο Λάνθιμο γιατί ο Λάνθιμος είναι πια σαν τον Αντετοκούνμπο, της κλάσης Αγγελόπουλου, Κούνδουρου, Δαμιανού, οι οποίοι βέβαια έμειναν εδώ, πάλεψαν με τα ελληνικά θέματα και θεμελίωσαν την ελληνικότητα· θέμα που σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Θεωρώ ότι για πολύ διαφορετικούς λόγους δύο σταθμοί του ελληνικού κινηματογράφου είναι η “Αναπαράσταση” του Αγγελόπουλου και ο “Κυνόδοντας” του Λάνθιμου. Ο πρώτος επειδή με την “Αναπαράσταση” όρισε τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, τότε στις αρχές του ’70, ο δεύτερος επειδή με τον “Κυνόδοντα” έκανε μια τεράστια ρωγμή στο επίπεδο της γλώσσας».

Η γλώσσα είναι αυτό που πάντα ενδιέφερε τον Γιάννη Σολδάτο. «Η τούρτα παύει να είναι μέσα στο ψυγείο και είναι το ψυγείο μέσα στην τούρτα», είπε μιλώντας για τον Λάνθιμο. «Θα μου πεις, αυτά τα έλεγε πριν από 40 χρόνια ο Γκοντάρ, όπως τα έλεγε συνέχεια και ο φίλος μου, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος». Κάπως έτσι μπαίνουμε στον κόσμο της «Αθηνογραφίας», ενός παρα-ιστορικού μυθιστορήματος, στο οποίο ο Σολδάτος είπε ότι «ανοίγω διάλογο με τους πάντες και τα πάντα». Αναφέρει ένα παράδειγμα από το βιβλίο: «Λέει κάποια στιγμή η Ανα Καρίνα στον Γκοντάρ “σε κατηγορούν ότι έκλεψες τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον Γιώργο Λάνθιμο”. “Αυτό είναι εμφανές”, απαντά ο Γκοντάρ» (γελάμε και οι δυο).

Ομως, κατά βάθος, όλα αυτά περί κλοπών ή δανείων δεν λένε τίποτα στον Γιάννη Σολδάτο. «Θυμάμαι που έλεγαν για εκείνη την ταινία από την οποία “πήρε” πράγματα ο Λάνθιμος για τον “Κυνόδοντα” (σ.σ. εννοεί το “Κάστρο της αγνότητας” του Αρτούρο Ριπστάιν). Σιγά! Αν ψάξουμε τον Σαίξπηρ, θα δούμε ότι όλα είναι “κλεμμένα”. Οι τραγικοί; Και εκεί όλα “κλεμμένα” είναι – από τον Ομηρο και τους μύθους. Το θέμα είναι πώς τα διαχειρίζεσαι. Kαι πώς, την κατάλληλη στιγμή, έρχεται ένας Λάνθιμος και σου δίνει μια ταινία που αποτελεί τεράστια ρωγμή. Ρωγμή στο επίπεδο της σκέψης, ρωγμή της γλώσσας και του γλωσσικού μας παιχνιδιού, και σε έναν βαθμό ρωγμή στον κινηματογράφο, παρότι ο κινηματογράφος, για μένα, ό,τι ρωγμές ήταν να κάνει τις έκανε στον 20ό αιώνα. Το σινεμά είναι η τέχνη του 20ού αιώνα».

Του ζητώ να σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτό το σημείο. «Δεν μιλώ φυσικά για την κινούμενη εικόνα, γιατί αυτή ζει, βασιλεύει και πάντα θα βασιλεύει. Ομως ο κινηματογράφος σαν τέχνη είναι του 20ού αιώνα, όπως ο Καραγκιόζης σαν τέχνη ήταν του 19ου αιώνα προς αρχές του 20ού. Κι ύστερα τελείωσε. Σήμερα είναι ο μετα-Καραγκιόζης, όπως σήμερα έχουμε τον μετα-Κινηματογράφο».

Η «Αθηνογραφία» προέκυψε μερικά χρόνια μετά την έκδοση του ιστορικού μυθιστορήματος του Σολδάτου «Διόνυσος, ο βασιλεύς των ορέων» (εκδόσεις Καστανιώτη) και καλύπτει μια εποχή περίπου 20 χρόνων, από το 1970 μέχρι το 1992. Το βιβλίο έχει άμεση σχέση με τον ίδιο τον Σολδάτο. «Κατά πολλούς τρόπους είναι μια αυτοβιογραφία. Οπως σε όλα μου τα μυθιστορήματα, έτσι και σε αυτό υπάρχει ένας Θωμάς, εμφανώς εγώ, ο οποίος έρχεται στην Αθήνα το 1970, όταν και εγώ ήρθα εδώ για πρώτη φορά». Η πορεία του Θωμά στην «Αθηνογραφία» ταυτίζεται με την πορεία του ίδιου του Σολδάτου στη ζωή.

Ο Γιάννης Σολδάτος γεννήθηκε το 1952 στη Λευκάδα, έβγαλε τις τελευταίες τάξεις του εξατάξιου Γυμνασίου στην Πρέβεζα και στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα έχοντας περάσει στη Νομική Σχολή. «Τότε γύρισε ο κόσμος ανάποδα». Επιρρεπής στις μεγάλες ιδέες, ο Σολδάτος είδε τις συγκρούσεις μεταξύ μαοϊκών και τροτσκιστών και από εκεί που από τη δεξιών καταβολών οικογένειά του ήξερε ότι «ο Στρατός έσωσε την Ελλάδα», ξαφνικά μετατράπηκε σε… τροτσκιστή. Εκτοτε ανήκει στη «φλου Αριστερά», όπως συνηθίζει ακόμα και σήμερα να λέει. Σε αυτό το σημείο μνημόνευσε τον δάσκαλό του Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος έλεγε «είμαι ένας αριστερός που μίσησε την Αριστερά περισσότερο από τη Δεξιά γιατί η Αριστερά διέσυρε την ιερή έννοια του μαρξισμού». «Βέβαια, σήμερα δεν μιλάει κανείς για μαρξισμό, αλλά σε ό,τι αφορά εμένα θα έλεγα όχι ότι μίσησα αλλά απογοητεύτηκα από την Αριστερά γιατί πρόδωσε τα όνειρά μου. Στα 2/3 των πενήντα χρόνων της Μεταπολίτευσης κυβέρνησαν αριστερά ή κεντροαριστερά κόμματα, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί τα ψηφίσαμε; Για να αλλάξουν την κατάσταση. Αναρωτιέμαι τι άλλαξαν. Μένει μετέωρο το κοινωνικό τους μήνυμα. Αλλά για μένα, σε αυτήν την ηλικία, είναι αργά πια να ψηφίσω αυτά που δεν ψήφισα ποτέ».

Επιστρέφοντας στην «Αθηνογραφία» και τον Θωμά / Σολδάτο, ο συγγραφέας κάνει μια παρένθεση για να μνημονεύσει τον άνθρωπο που, όταν ο Σολδάτος βρέθηκε στην Πρέβεζα, τον μύησε στον κινηματογράφο: τον Γιώργο Μπαζίνα (που πέθανε πριν από μερικά χρόνια), με τον οποίο ο Σολδάτος, στην Αθήνα πλέον, θα συνεργαζόταν ως εκδότης (ο Μπαζίνας που συνεργάστηκε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στις «Μέρες του ’36» και στον «Θίασο» θεωρείται πολύ σημαντικό πρόσωπο στον χώρο του ελληνικού κόμικ διότι δημιούργησε το περιοδικό «Βαβέλ», όπως και το «Παρά πέντε»).

Σινεμά και θέατρο

Στην Πρέβεζα, ως πρόσκοπος, ο Σολδάτος ανέβασε Μάκβεθ με ερασιτεχνικό θίασο. «Θα παιζόταν δύο βραδιές, ανέβηκε όμως για έναν μήνα». Στην Αθήνα ήρθε πεπεισμένος ότι θα γίνει σκηνοθέτης. Ρούφηξε τα κείμενα του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος», ανακάλυψε το θέατρο μέσα από τα «Θεατρικά» του Γιώργου Χατζηδάκη (με τα οποία αργότερα θα συνεργαζόταν) όπως και το Ανοικτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη και γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου, σπουδάζοντας παράλληλα οικονομικά, νομικά και πολιτικά στο Πανεπιστήμιο – «πολύ χρήσιμα και τα τρία».

Στο θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου ο Σολδάτος έμεινε για πέντε πολύ εποικοδομητικά χρόνια, όπου κυρίως έμαθε γνωρίζοντας μετέπειτα φίλους του, όπως ο «αδελφικός» του φίλος Δήμος Αβδελιώδης, η Κάτια Γέρου, η Λυδία Κονιόρδου, ο Βασίλης Νικολαΐδης, ο Κωστής Καπελώνης που σήμερα σκηνοθετεί θεατρικά του Σολδάτου (π.χ. «Η μάνα του Παναγούλη») και ο συγγραφέας / παθολόγος Ευάγγελος Μαυρουδής που σήμερα είναι γιατρός του. Το 1975, επηρεασμένος από το «1789» της Αριάν Μνουσκίν, ο Σολδάτος έγραψε το «1821», ένα λαϊκό παραμύθι που όμως απαγορεύθηκε και δεν ανέβηκε τελικά στη θεατρική σχολή του Πανεπιστημίου. Η απαγόρευση προκάλεσε μεγάλο θόρυβο εκείνη την εποχή με μια σειρά δημοσιευμάτων στον τότε Τύπο που μιλούσαν για λογοκρισία. «Οι τα φαιά φορούντες» ήταν ο τίτλος σε δημοσίευμα της «Αυγής».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Θανάσης Ρεντζής που ήθελε να κάνει ταινία το «1821» πρότεινε στον Σολδάτο να γράψει την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, μια δουλειά στην οποία έπεσε με τα μούτρα. Ετσι συνάντησε όλους τους σκηνοθέτες της παλιάς φουρνιάς που βρίσκονταν ακόμα στη ζωή – από τον Γιώργο Τζαβέλλα, τον πρώτο πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, μέχρι τον Γρηγόρη Γρηγορίου, τον Ντίνο Δημόπουλο και φυσικά τους μεταγενέστερους (Αγγελόπουλος, Παναγιωτόπουλος, Θέος κ.λπ.).

Μετά τον Στρατό, μη ξέροντας τι να κάνει στη ζωή του, δέχθηκε την πρόταση να γίνει σύμβουλος έκδοσης στον οίκο Νεφέλη (που ονομάστηκε έτσι έπειτα από προτροπή του ίδιου του Σολδάτου, αφού αρχικά θα ονομαζόταν Νεφέλες). Οι πρώτες εκδόσεις που έγιναν από δικές του ιδέες πήγαν άπατες, «αλλά κάτι με φώτισε και πήρα τηλέφωνο τον Βασίλη Τσιτσάνη και του πρότεινα να εκδώσουμε τους στίχους όλων των τραγουδιών του. Αυτό έγινε μπεστ σέλερ». Οταν σταμάτησε η συνεργασία του με τη Νεφέλη, ο δρόμος στον εκδοτικό χώρο όχι μόνο δεν διεκόπη, αλλά ανοίχτηκε περισσότερο με την ίδρυση του οίκου Αιγόκερως.

Koμβική χρονιά για τη ζωή του Σολδάτου υπήρξε το 1987, «μια τομή, τόσο στη ζωή μου όσο και στη λειτουργία του Αιγόκερου, με την εμφάνιση της ηθοποιού Εφης Βενιανάκη, φοιτήτριάς μου, τότε, σκηνοθεσίας στη Σχολή Σταυράκου». Το αποτέλεσμα της συνάντησής τους ήταν η «οικογενειακή συνύπαρξη» μέχρι σήμερα, όπως και η απόκτηση δύο παιδιών, του Χρίστου και της Μαριαλένης, που αργότερα μπήκαν στο εκδοτικό επάγγελμα, ο καθένας με τον τρόπο του.

Πριν από λίγο καιρό εκδόθηκε το νέο βιβλίο του για τον κινηματογράφο, με τίτλο «Εικόνες της γυναίκας στον ελληνικό κινηματογράφο». Τον ρώτησα αν σκέφτεται κάτι που θα κάνει ο ίδιος στο σινεμά. «Βρίσκομαι στον αστερισμό του Νίκου Κούνδουρου, με ένα ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για υλικό που τραβούσα γι’ αυτόν από τη δεκαετία του ’80 μέχρι το τέλος του και, σχεδόν παίζοντας, φτιάχναμε μια ταινία που αυτός έλεγε πως κάποτε θα γίνει, αλλά εγώ δεν το έλεγα. Το υλικό έμεινε εκεί, σχεδόν δέκα χρόνια, και μια μέρα που κάτι πήγα να πάρω από το βιβλίο του “Ονειρεύτηκα πως πέθανα” το έκλεισα και κοιτάζοντας το εξώφυλλο ψιθύρισα: “Ονειρεύτηκα πως δεν πέθανες”. Είχα βρει τον τίτλο της ταινίας που πια θα γινόταν, αφού για μένα ο τίτλος είναι η μισή ταινία και η άλλη μισή περίμενε στο υλικό που είχα τραβήξει… Μετά, κλείνοντας τους λογαριασμούς μου με το ηρωικό παρελθόν, θα ξεκινήσω το “Γράμμα στον Αλέξη”, αντίστοιχη ταινία για τον μεγάλο Αλέξη Δαμιανό».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail