Η μελαχρινή καθηγήτρια Αγγλικών με τους φακούς επαφής στάθηκε στο παράθυρο του δωματίου του ξενοδοχείου, φορώντας το νυχτικό της, και κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό και την γκρίζα θάλασσα στον όρμο της Γαρίτσας. Αναστέναξε βαθιά και μονολόγησε: «Τι παράξενος Ιούλιος!». Υστερα κάθισε σε μια πολυθρόνα, μπροστά στο γραφειάκι που φωτιζόταν από ένα επιτραπέζιο πορτατίφ, κι αφού έριξε μια ματιά στον άντρα που κοιμόταν μακαρίως στο κρεβάτι, ροχαλίζοντας ελαφρά, πήρε ένα επιστολόχαρτο με τη φίρμα του Hotel Corfu Palace κι άρχισε να γράφει:
«Καλή μου, Γιωργίτσα. Σου γράφω από το νησί των Φαιάκων, όπου βρίσκομαι εδώ και μια βδομάδα για το honey moon. Εχουμε έρθει εδώ με το αμάξι του άντρα μου. Είναι πρωί, ο καιρός πάει για βροχή. Μετά το breakfast, ίσως πάμε με τον Διονύση μια βόλτα κι έπειτα σε μια καφετέρια για καφέ. Το βράδυ, αν ο καιρός το επιτρέψει, θα πάμε σε κάποιο μπαράκι για drink. Κατ’ αρχάς, σου ζητώ συγγνώμη που δεν σε κάλεσα στον γάμο μου, όμως η τελετή έγινε σε κλειστό οικογενειακό κύκλο σε κάποιο εκκλησάκι της Αμφιάλης. Δεν ήθελα πανηγύρια και ταρατατζούμ, μου αρκούσε που φόρεσα το άσπρο νυφικό ώστε να αποτυπωθεί στο φωτογραφικό χαρτί αυτή η στιγμή χαράς, η κορυφαία στη ζωή μιας γυναίκας, όπως λέγεται. Ελπίζω να μη σε ξαφνιάσει η αναπάντεχη απόφασή μου που δεν είναι, όμως, και τόσο αναπάντεχη. Να σου θυμίσω ότι εσύ μου υπέβαλες την ιδέα, όταν σε ανύποπτο χρόνο μου εκμυστηρεύτηκες τις βαθύτερες σκέψεις σου.
«Κακά τα ψέματα, μόνο όταν γίνει μητέρα ολοκληρώνεται η γυναίκα. Τώρα είσαι νέα και δεν τα σκέφτεσαι αυτά, όταν όμως φτάσεις τα τριάντα έξι, όπως εγώ, τότε θα νιώσεις την ανάγκη για τη μητρότητα», μου είχες πει.
Είναι αλήθεια πως έκανα υπομονή, ψάχνοντας τον άντρα που θα με έπιανε από το χέρι για να βαδίσουμε μαζί. Αχ τι λέω, τώρα, σαχλαμάρες! Ομως τι κέρδισα με την αναμονή και τις ελπίδες; Μόνο άγχος, ανασφάλεια, διαψεύσεις. Είμαι ήδη τριάντα χρονών, τον Απρίλιο μπήκα στα τριάντα ένα (Ταύρος το ζώδιο, θυμάσαι που το κουβεντιάζαμε;), έχω κουραστεί να ψάχνω τον ιδανικό άντρα and the time is passing. Γι’ αυτό, μην αναρωτιέσαι τι μεσολάβησε κι άλλαξα γνώμη, εγώ που καταδίκαζα τις γυναίκες που βιάζονται να παντρευτούν και θύμωνα – θυμάσαι; Μα τι πάθανε, σκεφτόμουν τότε, και θέλουν να υποδουλωθούν σ’ έναν και μοναδικό άντρα, γιατί θέλουν να θαφτούν στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού, φροντίζοντας έναν σύζυγο και μερικά παιδιά; Είμαι μια pretty woman, έχω ευχάριστο παρουσιαστικό, εργάζομαι σε φροντιστήριο αγγλικών, αργότερα μπορεί να κάνω αίτηση για να δώσω εξετάσεις στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ ώστε να διοριστώ στο Δημόσιο. Τι μένει για να ολοκληρωθώ ως γυναίκα; Αν σου πέρασε από το μυαλό πως αγαπάω τον άντρα που κοιμάται μακαρίως στο κρεβάτι, ροχαλίζοντας, ένα μέτρο μακριά μου, πέφτεις έξω. Αγάπη και κουραφέξαλα, bullshit!
Κάποτε νόμιζα πως αγαπούσα τον Φάνη, σχεδόν το πίστευα κι έκανα και τους άλλους να το πιστεύουν – ο ίδιος ήταν σίγουρος για τα αισθήματά μου. Ηταν ο πρώτος που με συγκίνησε, που άγγιξε κάποιες ευαίσθητες χορδές μου σε τέτοιον βαθμό που φαντάστηκα πως ζω τον μεγάλο έρωτα. Θυμάσαι που είχαμε πάει κι οι τρεις για μπάνιο με τ’ αμάξι του, που σου έκανε καλή εντύπωση και με θεωρούσες τυχερή; Στην αρχή ναι, αισθανόμουν ότι είμαι τυχερή, μπορεί και να τον αγαπούσα, ίσως επειδή είχε κάτι το διανοουμενίστικο, θύμιζε τον Γούντι Αλεν στην ταινία Mighty Aphrodite. Στη συνέχεια όμως άρχισα να τον βαριέμαι, με απωθούσε η συνήθεια να πέφτω για ύπνο μαζί του, να ξυπνάω το πρωί δίπλα του, να σμίγω ερωτικά μόνο μ’ αυτόν. Κάποια στιγμή λοιπόν που εκδήλωσε κτητικές τάσεις απέναντί μου, πήρα ανάποδες στροφές και του έδωσα τα παπούτσια στο χέρι, good bye, my dear!
Μετά γνώρισα τον Αργύρη. Ηταν εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας, δραστήριος, καθόλου intelligent, θύμιζε τον Αντονι Χόπκινς στο The silence of the lambs. Δεν είχε την καλλιέργεια και τις γνώσεις του Φάνη, ήταν όμως κοινωνικός, ήξερε να με διασκεδάζει, δεν έπληττα μαζί του. Από την αρχή ωστόσο είχα υποψιαστεί πως πρόκειται για άτομο εντελώς κενό, για έναν εγωιστή, νευρικό στο έπακρο, επιθετικό όταν αντιλαμβανόταν πως δεν ήμουν του χεριού του. Είδα κι έπαθα ν’ απαλλαγώ από την παρουσία του, η οποία είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική σε βαθμό που διατάραζε την ψυχική μου ισορροπία.
Υστερα από κάποιες εφήμερες γνωριμίες, ανάξιες αναφοράς, μπήκε στη ζωή μου ο Διονύσης, κάτι σαν τον Ορσον Ουέλς στον Citizen Κane. Είναι ευγενικός, πράος, low profile, καλός συζητητής, αν και λιγότερο καλλιεργημένος από τον Φάνη. Ε, είναι μεγαλύτερός μου και λίγο ασχημούτσικος, στραβοκάνης, με φαλάκρα, προγούλι και πεταχτά αφτιά, όμως τι πειράζει; Τι να τον κάνω ένα νεότερο άντρα, όταν υπάρχει ο κίνδυνος να μου κάνει τη ζωή μαύρη, όπως το επιχείρησε εκείνος ο απίθανος Αργύρης;
Κουράστηκα, Γιωργίτσα μου, κουράστηκα. Δεν θέλω να συνδέομαι πλέον με ασήμαντα ανθρωπάκια που το παίζουν γκόμενοι. Δεν θέλω να βλέπω τις συνομήλικές μου, τις συμφοιτήτριές μου, να εξαφανίζονται ύστερα από τον γάμο τους και να εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μου με κουτσούβελα στο καροτσάκι. Ανθρωπος είμαι κι εγώ, φτιαγμένη από χώμα, ζηλεύω, αισθάνομαι δυσφορία όταν μειονεκτώ. Λοιπόν, δεν θέλω να μείνω στο ράφι και να βλέπω όλες αυτές να είναι, ή να φαίνεται πως είναι, ευτυχισμένες, χωρίς να έχουν περισσότερα προσόντα από μένα. Σε προλαβαίνω: ναι, συμφωνώ, δεν με πήραν τα χρόνια. Αυτό το βλέπω καθημερινά, τόσο στον δρόμο όσο και μέσα στην τάξη όπου κάνω μάθημα. Νιώθω τα αρσενικά να με γδύνουν, αισθάνομαι τα λαίμαργα βλέμματά τους να με τρυπάνε, να εισχωρούν στο κορμί μου. Τι να τους κάνω, όμως, όλους αυτούς τους πεινασμένους που σίγουρα είναι παντρεμένοι και έχουν ποικίλες υποχρεώσεις; Bastards! Ναι, το ομολογώ: παντρεύτηκα χωρίς αίσθημα, χωρίς πάθος. Δεν μετανιώνω όμως. Θα μετάνιωνα, μόνο αν άφηνα τον εαυτό μου να παρατηρεί τις άλλες γυναίκες που κάνουν γάμους και babies.
Να τος, πάλι, ροχαλίζει. Γύρισε πλευρό, αλλά οι εκνευριστικοί ήχοι που βγάζει από τα ρουθούνια του δεν λένε να σταματήσουν. Ω, my God, χάρισέ μου υπομονή να μην τον εξαποστείλω πριν την ώρα του τον απαίσιο φαλακρό, τον στραβοκάνη με τα πεταχτά αφτιά. Φοβάμαι, Γιωργίτσα, φοβάμαι πως τελικά δεν θ’ αντέξω! Αν συνεχίσει να ροχαλίζει έτσι, αδιάφορος που ξαγρυπνάω εξαιτίας του, αν υποφέρω κι άλλο, μπορεί ν’ ανοίξω το παράθυρο και να βουτήξω στο κενό…
Οχι, δεν πρέπει να βιάζομαι, πρέπει να κάνω υπομονή, λέω στον εαυτό μου. Ολα πρέπει να γίνουν στην ώρα τους, με το μαλακό, να γεννηθεί πρώτα το παιδί μου κι ύστερα βλέπουμε. Προς το παρόν, λέω να κάνω κάτι άλλο. Σκέφτομαι να προσεγγίσω τον μελαχρινό άντρα με τα πράσινα μάτια που βρίσκεται στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου τις απογευματινές ώρες. Είναι ευγενικός, μπορεί να απαλύνει τις ώρες της μοναξιάς μου στο νησί. Ισως απόψε να του προτείνω να πάμε μια βόλτα με το αμάξι του προς τις Μπενίτσες και τον Κάβο. Κι εκεί να… Τέλος πάντων, αυτός μπορεί να γίνει για μένα μια αγάπη για το καλοκαίρι κι έτσι ν’ αποκτήσουν νόημα τούτες οι διακοπές μου. Ελπίζω πως μπορείς να με κατανοήσεις, καλή μου Γιωργίτσα».
Η μελαχρινή καθηγήτρια Αγγλικών με τους φακούς επαφής σταμάτησε να γράφει, σηκώθηκε από το γραφειάκι, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό και την γκρίζα θάλασσα, ατένισε το Παλαιό Φρούριο και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Η βροχή άρχισε να πέφτει με ορμή στο τζάμι. Το θέαμα και το ακρόαμα της άρεσαν, τη βοηθούσαν να στοχάζεται. Ο δυνατός ήχος της βροχής ξύπνησε τον άντρα, ο οποίος αναδεύτηκε δυσανασχετώντας.
«Μπρρρρ!» έκανε.
Είδε τη γυναίκα του στο παράθυρο κι ύστερα ξανάχωσε το κεφάλι του κάτω από το σεντόνι για να μην ακούει το εκνευριστικό σούρσιμο του νερού πάνω στο περβάζι.
Εκείνη θυμήθηκε τον μελαχρινό άντρα με τα πράσινα μάτια στη ρεσεψιόν και σκέφτηκε:
«Τι λεβέντης! Εχει πράσινα μάτια σαν του Χάρισον Φορντ».
Τον ηθοποιό τον είχε δει στις ταινίες Τhe fugitive και Frantic. Κι αν ο ρεσεψιονίστ φοράει πράσινους φακούς επαφής; Αυτό αναρωτήθηκε, ενώ σχεδίαζε την προσέγγισή του. Πάντως, είχε πάρει την απόφασή της, δεν μπορούσε πια να χαραμίζει τη ζωή της με τον ασχημούτσικο άντρα, τον στραβοκάνη, με τη φαλάκρα, το προγούλι και τα πεταχτά αφτιά. Μήπως όμως ήταν φρόνιμο να απελευθερωθεί από την παρουσία του; Πώς όμως θα γινόταν αυτό;
«Εντάξει», σκέφτηκε. «Θα τον ρίξω σε κανέναν γκρεμό μαζί με το αμάξι του».
Την επόμενη μέρα οι δυο τους μπήκαν στο αμάξι του άντρα της και τράβηξαν για το βουνό Παντοκράτορας. Η βροχή είχε σταματήσει. Ο δρόμος είχε πολλές στροφές, από κάτω έχασκε ο γκρεμός και η οδήγηση ήταν επικίνδυνη, αλλά ο Διονύσης ήταν καλός οδηγός. Κάποια στιγμή του είπε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου για να θαυμάσουν το τοπίο. Βγήκαν έξω. Εκείνος άναψε τσιγάρο κι εκείνη άρχισε να κοιτάζει γύρω της. Ξαφνικά, τον πλησίασε και του έδωσε μια σπρωξιά. Μετά τηλεφώνησε από το κινητό της στην Αμεση Δράση, λέγοντας με σπαρακτική φωνή:
«Τρέξτε! Σας παρακαλώ! Ο άντρας μου έπεσε στον γκρεμό, φοβάμαι πως σκοτώθηκε!».
Είπε πού βρίσκεται, έπειτα έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη της και φώναξε λυτρωμένη: «Επιτέλους. Είμαι ελεύθερη!».
Τελευταίο βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου είναι το μυθιστόρημα «Ο κήπος με τις φράουλες», εκδόσεις Πατάκη, 2020








