Η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται στη χειρότερη στιγμή της επταετίας της. Και τα έφερε έτσι η ζωή που για την προοδευτική αντιπολίτευση αυτή η στιγμή είναι η πιο κομβική – και όχι λόγω δημοσκοπήσεων. Οσοι ψάχνουν εναλλακτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η οποία δεν «παίζει» αντισυστημικά και δεν αγγίζει ψεκασμένα και ακροδεξιά ακροατήρια, βρίσκονται μπροστά σε δύο διαφορετικά αφηγήματα: το πρώτο είναι αυτό του ΠΑΣΟΚ, που διεκδικεί την επαναφορά του ως βασικού διεκδικητή του προοδευτικού χώρου – καλού-κακού, ο καθένας μπορεί να τον κρίνει, αλλά εννοεί τον χώρο που υπάρχει σήμερα, σε αυτές τις συνθήκες, σε αυτή τη χώρα. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη δεν υποκρίνεται κάτι που δεν είναι, αντιθέτως επενδύει στο γνώριμο συναίσθημα του πολιτικού του brand, στην πεποίθηση πως, ακόμα κι αν όλα έχουν αλλάξει, κάποιο κρυφό μάνιουαλ προοδευτικής κυβέρνησης είναι κρυμμένο στα θεμέλια της Χαριλάου Τρικούπη και μπορεί να ξεσκονιστεί ανά πάσα στιγμή. Για μερικούς δεν είναι αρκετό – και αυτό φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Ομως στην περίπτωση ΠΑΣΟΚ ξέρεις τι αγοράζεις.
Το δεύτερο προοδευτικό αφήγημα είναι αυτό του Αλέξη Τσίπρα, που θέλει να φτιάξει μια «νέα Μεταπολίτευση», δημιουργώντας ένα νέο κίνημα που θα θυμίζει τον τρόπο που το πολιτικό τοπίο αυτορυθμίστηκε, δημιουργώντας δύο πόλους, μετά την δικτατορία. Αν είχε προκύψει όντως ένα διαμορφωτικό «σημείο μηδέν» (όπως συνέβη για παράδειγμα το 2012, όταν γεννήθηκε ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ), τότε αυτό το εγχείρημα θα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον – και ας ήταν στο τιμόνι ένα γνώριμο πρόσωπο που βασίζεται στο rebrading για την επαναφορά του.
Το βασικό πρόβλημα στο δεύτερο αφήγημα είναι ότι η «νέα Μεταπολίτευση» δεν έρχεται οργανικά. Αντιθέτως, οι δύο πόλοι που αποτελούσαν την παλιά Μεταπολίτευση, οι οποίοι κλωνίστηκαν για κάποια χρόνια, έχουν επανέλθει, έστω και με άνισους όρους, στο κέντρο της πολιτικής σκηνής – και οι δικές τους κόντρες, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στις υποκλοπές, σχεδόν παντού, είναι αυτές που δημιουργούν πολιτικά γεγονότα.
Αντιθέτως, η «νέα Μεταπολίτευση» έρχεται με πίεση: με πρόσωπα που εμφανίζονται στις παρουσιάσεις με στόχο να αποξενωθούν από την παράταξη στην οποία ανήκουν, αλλά κυρίως με απαίτηση αυτοδιάλυσης των δύο κομμάτων που ενωμένα, πριν από δέκα χρόνια, είχαν περίπου την ίδια αποστολή – να αναδιατάξουν το πολιτικό σκηνικό. Η απαίτηση αυτοδιάλυσης, που εκ των υστέρων «παρερμηνεύθηκε», από στενό συνεργάτη του Τσίπρα, δεν ήρθε μόνη της ούτε ήταν ξαφνική – την «αυτοδιάλυση» του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς πρότεινε ήδη από την επίσημη πρώτη της «Ιθάκης» στο Παλλάς ο ίδιος ο Τσίπρας. Ομως έτσι η «νέα Μεταπολίτευση» δεν έχει τη διάσταση που της προτείνουν: δεν υπηρετεί μια συλλογική ανάγκη, αλλά μια προσωπική. Και δεν αφορά όλον τον προοδευτικό χώρο ή τη δημοκρατική παράταξη, παρά μόνο τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, που αναζητεί την αναδιοργάνωσή του.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει πολλές αρετές. Και σε έναν κόσμο κυνικό, η προσωπική φιλοδοξία δεν είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν πολιτικό χώρο. Αντιθέτως, μπορεί να γίνει η αφορμή για πολλές πετυχημένες νέες αρχές. Αρκεί αυτή να μην υπερβαίνει το μέτρο – και να μη θυμίζει τα χειρότερα χαρακτηριστικά του προσώπου που επιδιώκει να ξαναέρθει στο προσκήνιο. Αυτά ακριβώς για τα οποία καταψηφίστηκε, αυτά που επέτρεψαν τα όσα έγιναν από το 2023 και μετά στο πολιτικό του σπίτι.






