Βγήκε προχθές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και είπε (για την προ ημερησίας συζήτηση για το κράτος δικαίου) ότι η συζήτηση αυτή «προγραμματίζεται εντός μηνός από την υποβολή του σχετικού αιτήματος», αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο προγραμματισμός και όχι η διεξαγωγή της συζήτησης πρέπει να γίνει μέσα σ’ έναν μήνα. Ο Κανονισμός της Βουλής ορίζει στο άρθρο 143§2 ότι «H συζήτηση πραγματοποιείται μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της κάθε αιτήσεως και σε κάθε περίπτωση μέσα σε είκοσι πέντε (25) ημέρες από τη διεξαγωγή άλλης προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης». Δηλαδή πόση «νομική ιδιότητα» χρειάζεται για να ερμηνευτεί αυτή η διάταξη;
Είπε επίσης, χωρίς να κοκκινίζει και για να ρίξει την ευθύνη της κατά παράβαση του ΚτΒ μη πραγματοποίησης της συζήτησης στο ΠΑΣΟΚ, ότι «Η αρχική ημερομηνία η οποία είχε προταθεί από τον Πρωθυπουργό για τη διεξαγωγή της συζήτησης ήταν η 27η Μαρτίου, όμως, λόγω του ότι το απόγευμα εκείνης της ημέρας ξεκινούσε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, αναζητήθηκαν άλλες ημερομηνίες» κι έτσι κατέληξε στη 17η Απριλίου.
Ομως, οι ημερομηνίες διεξαγωγής του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ είχαν ανακοινωθεί από τις 20 Ιανουαρίου και το αίτημα για τη διεξαγωγή της συζήτησης υποβλήθηκε την 4η Μαρτίου. Δηλαδή κατά τον κ. Π. Μαρινάκη, ο Πρωθυπουργός είτε εσκεμμένα πρότεινε μια ημερομηνία που θα δημιουργούσε πρόβλημα, είτε κανένας «κρατικός επιτελής» δεν τον ενημέρωσε ότι εκείνη τη μέρα ξεκινά το συνέδριο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αστειότητες. Ψέματα δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Παραβιάσεις του Συντάγματος και των νόμων κάνουν όλες οι κυβερνήσεις σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες. Παντού, όμως, και μέχρι το 2019 και στη χώρα μας, τηρούνται τα προσχήματα. Δεν προσπαθούν οι κυβερνήσεις να βγάλουν τρελούς όλους όσοι ξέρουν ανάγνωση προβάλλοντας εξωφρενικές «ερμηνείες». Και η τήρηση των προσχημάτων είναι πολύ σημαντική σε μια Δημοκρατία. Το Σύνταγμα και οι νόμοι είναι κείμενα. Δεν έχουν αυτοτελή και αυτόματη δύναμη να εφαρμοστούν, η εφαρμογή τους προϋποθέτει ανάλογη βούληση από τις τρεις εξουσίες. Και ιδίως η εκτελεστική εξουσία συχνά εκμεταλλεύεται την υπέρτερη δύναμή της για να τα περιγράψει.
Οταν για την παρέκκλιση χρησιμοποιούνται κάποιες αληθοφανείς ή κάπως πειστικές δικαιολογίες, ναι μεν υπάρχει παρανομία, αλλά τουλάχιστον διαφυλάσσεται το κύρος του Συντάγματος και των νόμων. Δεν λέει κανείς ότι δεν έχουν σημασία και θα κάνω ό,τι θέλω επειδή μπορώ. Λέει ότι τηρεί τη νομιμότητα. Γι’ αυτό ακριβώς η «τήρηση των προσχημάτων» είναι πολύ σημαντική στη λειτουργία μιας δημοκρατίας.
Πλήττει τη νομιμότητα σε επί μέρους περιπτώσεις, αλλά δεν αποκαθηλώνει συνολικά τον Νόμο. Επί κυβερνήσεων Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν γίνεται πια ούτε αυτό. Από τους πρώτους μήνες ήταν φανερό, όταν η απάντηση της κυβέρνησης στην παραβίαση της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν ήταν ότι δεν παραβιάστηκε, αλλά ότι «Δεν θα βρεθεί δικαστής που θα δείξει δικαστικό ακτιβισμό» και θα απαγγείλει την παρανομία. Αλλά πλέον έχουμε ξεφύγει και από αυτό. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ανοιχτά «newspeak». Την οργουελική «Νέα Γλώσσα».
Η συζήτηση δεν «πραγματοποιείται», όπως λέει ο νόμος, αλλά «προγραμματίζεται». Τα τρία πέμπτα δεν χρειάζεται να είναι τρία πέμπτα, αλλά όσο χρειάζεται μια κυβερνητική απόφαση για να επιβληθεί. Ο χρόνος είναι σχετικός, κι έτσι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μπορεί να λέει ότι η 20ή Ιανουαρίου έρχεται μετά την 4η Μαρτίου του ιδίου έτους, οπότε φταίει το ΠΑΣΟΚ που ο Πρωθυπουργός δεν βρήκε άλλη ημερομηνία να προτείνει για να δώσει λόγο στη Βουλή.
Ας το πούμε ανοιχτά, γιατί με μισόλογα δεν γίνεται δουλειά. Στη χώρα μας η βούληση του πρωθυπουργού είναι πάνω από το Σύνταγμα και τους νόμους. Και ο πρωθυπουργός μπορεί, αποθεώνοντας την ειρωνεία, να παραβιάζει τον νόμο για να μεταθέσει όποτε τον βολεύει μια κοινοβουλευτική συζήτηση στην οποία θα μας πει πόσο ευλαβικά τηρεί τον νόμο.






