Ο τίτλος δεν αποτελεί δάνειο από το αφηγηματικό βιβλίο του αλησμόνητου φίλου πεζογράφου Αντώνη Σουρούνη, πεθαμένου εδώ και δέκα ακριβώς χρόνια, που τιτλοφορούνταν με τις ίδιες ακριβώς λέξεις, αλλά μας τον προμηθεύει η πιο ζέουσα πραγματικότητα που μόνον επιεικέστατα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μελαγχολική. Είναι μια παμπάλαιη έκφραση, που συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα, όταν συμβαίνει ν’ ακούει κανείς πράγματα εξωφρενικά που διατυπώνονται, ωστόσο, ως κάτι το σύνηθες και το κανονικό.
Πρόκειται για την έκφραση «βγήκα από τα ρούχα μου», όταν κυρίως αισθάνεσαι να θίγεσαι σε σχέση με μια σχεδόν χειροπιαστή καταπάτηση ενός στοιχειώδους αισθήματος δικαιοσύνης, ή μιας αχαριστίας τόσο πιο οδυνηρής όσο θα έπρεπε στη θέση της να έχει εκφραστεί ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης.
«Βγήκαμε» κυριολεκτικά «από τα ρούχα μας», λίγες μέρες πριν, ακούγοντας σε μια τηλεοπτική εκπομπή πολιτικούς και δημοσιογράφους να συζητούν με περίσκεψη και συγκρατημένη αγανάκτηση, αν με τις τιμές της βενζίνης και του αρνιού που «θα έχουν φτάσει στον Θεό», λόγω του πολέμου, το Πάσχα, θα κατορθώσουν «ν’ αναστήσουν» οι Νεοέλληνες στα χωριά τους, όπως συνηθίζουν να το κάνουν κάθε χρόνο.
Αν παραμένει κάτι εξοργιστικό, δεν είναι τόσο η στοιχειώδης έλλειψη μιας ενσυναίσθησης για το ότι βασανίζονται και σκοτώνονται έστω και άγνωστοί μας άνθρωποι που ο αφανισμός τους δεν πρόκειται να επηρεάσει στο ελάχιστο τις ζωές μας, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν αφορούσε σ’ ένα γεγονός που δεν θα υποψιαζόμασταν καν την ύπαρξή του.
Εξοργιστική, παραμένει η βλακεία να φανταζόμαστε πως οριοθετώντας τον χώρο μας, με τις συνήθειες, τα ενδιαφέροντα και τις χαρές μας, ταυτόχρονα νιώθουμε να δημιουργείται γύρω τους ένα προστατευτικό τείχος ώστε τίποτε δεν θα μπορούσε να μας απειλήσει ή να μας βλάψει. Οταν η ανθρωπότητα έχει καταλήξει να συγκροτεί πλέον ένα αυστηρά μη παρακάμψιμο σύστημα «συγκοινωνούντων δοχείων», αλλά την αισθάνεσαι, αν και τεμαχίζεται, να μη σε αφορά, αφού μπορεί να οργανώνεσαι, έστω και μ’ ένα ανυπολόγιστο κόστος, αδιαφορώντας για όσα τμήματά της έχουν περιέλθει σε μια μη κανονική συνθήκη, όπως είναι η αντίστοιχη εμπόλεμη, είναι σαν να υπογράφεις την καταδίκη σου, αν όχι για τον σωματικό σου αφανισμό, που και αυτός διαγράφεται πολύ πιθανός, οπωσδήποτε όμως για την πνευματική και ηθική σου αυτοεξόντωση.
Οταν κλείνουμε τα μάτια μας και συνειδητά περιορίζουμε τους ορίζοντές μας σε όσα μας ενδιαφέρουν και μας ευχαριστούν, ενώ το «παραπέρα», το «παρακάτω» και το «μακριά», παραμένουν για μας στη σφαίρα μιας ανώδυνης και ακίνδυνης ηθικολογίας, είναι σαν να διεκδικούμε το δικαίωμα, αν και έχουμε πεθάνει, να μας συμπεριφέρονται σαν να συνεχίζουμε να είμαστε ζωντανοί.
Με μια ανάλογη στάση ζωής που εκφράζεται μάλιστα από έναν τεράστιο, μη ελεγχόμενο ως προς την έκτασή του, αριθμό ανθρώπων, επόμενο είναι να δημιουργούνται κοινωνικά «τέρατα» καθώς γινόμαστε όλοι μας υποχείριοι μιας σκόπιμα οργανωμένης, προκειμένου να επιτυγχάνεται η μεγαλύτερη δυνατή αποβλάκωση, πολιτικής εξουσίας
. Μια απτή απόδειξη: Αντί να διαδηλώνουμε και να διαμαρτυρόμαστε, επειδή αισθανόμαστε να μας προσβάλλουν, θεωρώντας μας αναίσθητους, ενώ ο κόσμος καίγεται, συνεχίζουμε να θέλουμε να κάνουμε Πάσχα στο χωριό, εμείς τους προσφέρουμε την ευχέρεια – στους πολιτικούς – κοπτόμενοι δήθεν για την απόλαυσή μας, να μας έχουν διαρκώς του χεριού τους.






