Η εικόνα της διεθνούς οικονομίας στην αυγή του 2026 παρουσιάζεται βελτιωμένη σε σχέση με τις μεγάλες διαταραχές κατά το έτος που τελειώνει: πολεμικά μέτωπα κλείνουν ή βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, εμπορικές συμφωνίες συνάπτονται για να περιορίσουν την επίπτωση των νέων δασμών και οι χαμηλότερες τιμές της ενέργειας στηρίζουν τη ζήτηση στις χώρες-καταναλωτές.
Οι οικονομικές προοπτικές για το 2026 είναι σχετικά θετικές, μεταξύ άλλων και διότι οι τεράστιες επενδυτικές δαπάνες για την ανάπτυξη Τεχνητής Νοημοσύνης και την υλοποίηση προγραμμάτων αμυντικού επανεξοπλισμού στηρίζουν τη ζήτηση. Τέλος, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες συνεχίζουν σε ένα μονοπάτι διευκολυντικών επιτοκίων, αν και με προσοχή για να αποφευχθεί η αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Τα ρίσκα, ωστόσο, δεν εξέλιπαν, με κυριότερα τις δημοσιονομικές ανισορροπίες σε κάποιες χώρες (ΗΠΑ, Γαλλία), τις γεωοικονομικές τριβές και τις εστίες πολεμικής ανάφλεξης. Εξίσου σημαντικό, ο πολιτικός κατακερματισμός σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δυσκολεύει την υλοποίηση πολιτικά δύσκολων – πλην όμως οικονομικά απολύτως αναγκαίων – μεταρρυθμίσεων και επιτείνει την εικόνα αδυναμίας των ηγεσιών έναντι της προϊούσας οικονομικής και τεχνολογικής υστέρησης της ηπείρου μας.
Ενα τέτοιο πολύπλοκο εξωτερικό περιβάλλον, με ευκαιρίες αλλά και μεγάλες αβεβαιότητες, δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη μία μικρή ανοιχτή οικονομία όπως η ελληνική. Για το 2026, η ανάπτυξη αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει της λοιπής ευρωζώνης, με βασικές ατμομηχανές, όπως και πρόσφατα, την ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση και τους πόρους του επενδυτικού προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Στο πιο μακροπρόθεσμο διάστημα όμως, η εξωτερική αβεβαιότητα επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο τις δομικές προκλήσεις.
Η κυκλική ανάκαμψη της οικονομίας έχει ολοκληρωθεί και άρα πλέον δεν μπορούμε να προσβλέπουμε σε μεγέθυνση αμιγώς μέσω της αύξησης της απασχόλησης (ή με ανθηρή ζήτηση από το εξωτερικό), πλέον η διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης θα απαιτήσει τη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Αυτό με τη σειρά του απαιτεί περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις και βελτίωση της ικανότητας της χώρας να προσελκύσει πίσω – και να διατηρήσει – τους παραγωγικούς Ελληνες και Ελληνίδες που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης. Επιπλέον, επιβάλλει τον ισοσκελισμό του εξωτερικού ισοζυγίου. Εν τέλει, το ζητούμενο είναι ο εμπλουτισμός του μείγματος εξειδικεύσεων της χώρας με δραστηριότητες που ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και τεχνολογία αιχμής. Εάν το μοντέλο ανάπτυξης μονοπωληθεί από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας και γενικά δραστηριότητες έντασης ανειδίκευτης εργασίας, η ανάπτυξη κινδυνεύει να πέσει σε χαμηλά επίπεδα μετά τη λήξη του ΤΑΑ.
Αλλωστε, η χώρα δεν μπορεί να εξαρτάται διαρκώς από την εισροή ευρωπαϊκών πόρων για να υλοποιεί επενδύσεις, είναι κομβικής σημασίας να βελτιώσει μέσω μεταρρυθμίσεων την ελκυστικότητά της ως επενδυτικός προορισμός. Μεταρρυθμίσεις στην αποτελεσματικότητα του κράτους, την ταχύτητα της δικαιοσύνης, την εκπαίδευση, τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την πάταξη της παρανομίας και της διαφθοράς. Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι κρίσιμο να μην παρατηρηθεί μείωση της ταχύτητας ή του βαθμού φιλοδοξίας των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων συνεπεία του πολιτικού κύκλου.







